Καταδιωξη τραυματισμενου καπρου

Εκτυπώσιμη μορφήΕκτυπώσιμη μορφήΑποστολή με emailΑποστολή με email

Τετάρτη μεσημέρι και δίπλα σε ένα ρυάκι τρεις κυνηγοί μισοξαπλωμένοι πάνω στα φύλλα μιας δασωμένης πλαγιάς της Ροδόπης “τσιμπολογάνε” το κολατσιό τους αμίλητοι και φανερά κουρασμένοι και απογοητευμένοι. Αιτία; Στις πέντε ώρες που περπατούσαν από το πρωί δεν κατάφεραν να βρουν ούτε ένα φρέσκο ίχνος αγριογούρουνου, αν και έψαξαν μια αρκετά μεγάλη περιοχή. 

Οι τρεις αγριογουρουνοκυνηγοί ήταν οι: Φίλης Κατσανούδης, Σπύρος Καμπαπαγεωργίου και εγώ. 

Από την προηγούμενη μέρα γνωρίζοντας ότι θα είμαστε μόνο οι τρεις μας, από τους τέσσερις που αποτελούμε τον πυρήνα μιας μεγαλύτερης παρέας (θα απουσίαζε ο Χρήστος Φραγκούδης) και επειδή δε θα είχαμε τα σκυλιά (δε θα τα παίρναμε επειδή το καλύτερο από αυτά είχε τραύμα στο πόδι του, σχίσιμο από πέτρα στο πέλμα), αποφασίσαμε να κυνηγήσουμε με τη μέθοδο της “μικρής παγάνας” στην περιοχή που τώρα κολατσίζαμε. 

Θα εφαρμόζαμε τη μέθοδο της μικρής παγάνας, αφού όμως βρίσκαμε πρώτα φρέσκο “πάτημα” (ίχνος) κάποιου αγριογούρουνου, κάτι όμως που δεν έγινε, αν και επί πέντε ώρες χτενίσαμε την περιοχή.

Με το τελείωμα του κολατσιού και υπολογίζοντας τις ώρες που μας έμεναν μέχρι να νυχτώσει, λογαριάζοντας δε και την απόσταση που μας χώριζε από το αυτοκίνητο, παίρνουμε την απόφαση πως αν δε χάσουμε άλλο χρόνο με το “κόψιμο”  (ψάξιμο ιχνών)προλαβαίνουμε να κάνουμε παγάνα ένα μέρος το οποίο δεν είχαμε “χαλάσει” (δεν πλησιάσαμε, δεν πατήσαμε πόδι) από το πρωί.

Συνεννοούμαστε λοιπόν πως και τι ακριβώς θα κάνουμε και σαν νεώτερος φεύγει στα γρήγορα ο Φίλης για να κάνει παγάνα. Το μέρος που τελικά διαλέξαμε για να το κάνουμε παγάνα, χωρίς “κόψιμο” ήταν μία πλαγιά με βράχια, οξιές, βελανιδιές και ορισμένα σημεία πολύ πυκνά με μικρούς κέδρους, βατομουριές, αγριοτριανταφυλλιές και φτέρες, δηλαδή ένα και ένα για γιατακλίκια (γιατάκι είναι ένα μέρος βολικό γαι ξεκούραση και ύπνο, γιατιλίκι δε, είναι μέρος βολικό για γιατάκι), το δε μήκος του, γύρω στο χιλιόμετρο. Δηλαδή μία μικρή σχετικά παγάνα, με πολλές πιθανότητες να υπάρχει μέσα κάποιο αγριογούρουνο.

Αφού έφτανε ο Φίλης στο σημείο από όπου θα άρχιζε την παγάνα, θα έριχνε μία τουφεκιά εκφοβισμούκαι άλλη μία στα μισά. Σε όλη δε, την πλαγιά θα πέταγε αρκετές πέτρες, κυρίως μέσα στα πυκνά, κανονίσαμε δε επειδή φύσαγε ο βοριάς , ο άξονας της πορείας του να είναι από Β.Δ. προς Ν.Α. ώστε με αυτόν τον τρόπο να έριχνε (εκτός από τις τουφεκιές, τις φωνές και τις πέτρες) και τον “αέρα” του μέσα στα πυκνά.

Ενεργήσαμε συνεπώς όπως θα ενεργούσαμε αν γνωρίζαμε ότι υπάρχει “μέσα” αγριογούρουνο.

Αφού εφυγε λοιπόν ο Φίλης, οι δυο μας με το Σπύρο σε δέκα λεπτά είμασταν στα “καρτέρια” μας. Πιάσαμε δηλαδή δύο περάσματα (τα πιο πιθανά) και... περιμέναμε! Σε μισή ώρα περίπου, πέφτει η πρώτη τουφεκιά του Φίλη. Το μήνυμα ότι άρχισε την παγάνα δόθηκε, ακούστηκε καθαρά κι ας ήταν από ένα χιλιόμετρο μακρυά.

Το όπλο στα γόνατα, τα μάτια και τα αυτιά να ανιχνεύουν για την παραμικρή κίνηση ή τον παραμικρό θόρυβο και, όπως σε κάθε παγάνα, που γίνεται “κουτουρού”, η αμφιβολία, έχει θήραμα; δεν έχει; και αν έχει θα πέσει πάνω σε καρτέρι; κι αν πέσει θα το πάρει; αν έλθει σε μένα και έλθει από εκεί θα το “ρίξω” εκεί, αν πάει να φύγει από εκεί πρέπει να τρέξω προς τα εκεί και ένα σωρό σκέψεις γύρω από το αν θα είμαστε τυχεροί ή όχι.

Δεν πέρασαν όμως ούτε πέντε λεπτά και ακούω μια τουφεκιά ψηλά και ανατολικά, στον αυχένα, στο πέρασμα που φ΄τλαγε ο Σπύρος!

Αυτόματα, εξαφανίστηκε η απογοήτευση και τη θέση της πήραν η ένταση και η σιγουριά: εντάξει, το πήραμε! 

Περιμένω να ακούσω άλλη τουφεκιά, τίποτα!

Περιμένω να ακούσω τον Σπύρο να φωνάξει εκείνο το: Ελάτε! που συνήθως φωνάζει αυτός που ρίχνει και παίρνει το θήραμα, τίποτα!

Περνάει ένα λεπτό, τίποτα! Περνάνε δύο λεπτά, τίποτα! Τα δύο λεπτά εν τω μεταξύ ήταν πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για τα 300 μέτρα περίπου, που μας χώριζαν με τον Σπύρο, αν ήταν κάτι να “φανεί” σε μένα μετά την τουφεκιά του, έπρεπε ήδη να είχε φανεί στο πρώτο κιόλας λεπτό, σύμφωνα με την απόσταση. Αφού λοιπόν δεν φάνηκε τίποτα, ούτε ακούστηκε κάποιος θόρυβος, άρχισα να υποθέτω οτι το έχασε. Ελα όμως που δεν ήταν έτσι τα πράγματα! Διότι επάνω που προσπαθούσα με υποθέσεις να καταλάβω τι έγινε, ακούω μία δεύτερη τουφεκιά ίσα μπροστά μου και ψηλά , και καμια διακοσαριά μέτρα από μένα και κατ’ευθείαν βόρεια αλλά και καμιά τριακοσαριά μέτρα δυτικότερα από την πρώτη τουφεκιά, που έριξε ο Σπύρος στον  αυχένα!

Η πρώτη υπόθεση που έκανα ήταν πως πρέπει να ήταν και άλλος κυνηγός στην περιοχή, αλλιώς δεν μπορούσα να εξηγήσω τη δεύτερη τουφεκιά. Ο Φίλης ήταν αδύνατον να είχε φτάσει εκεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, όσο για τον Σπύρο, τι να σκεφτόμουν αφού μόλις πριν τρία λεπτά είχε τουφεκίσει στο πέρασμά του. Τι σχέση μπορούσε να έχει με τη δεύτερη τουφεκιά!

Σίγουρος πια ότι κάποιος άλλος κυνηγός είναι στην περιοχή, αρκετά σφιγμένος, προσπαθώ να διακρίνω ή να ακούσω κάτι κοιτώντας προς την κορυφή, εκεί που έπεσε η δεύτερη τουφεκιά και πράγματι : πρώτα άκουσα κάτι ξερά κλαδιά να σπάζουν και μετά από μερικά δευτερόλεπτα διέκρινα και κάτι, που δεν μπόρεσα αμέσως να καταλάβω τι ήταν. Γύρω στα εκατό μέτρα όμως ξεχώρισα καθαρά αυτό το δυσδιάκριτο “πράγμα”, που ερχόταν τον κατήοφορο ίσα επάνω μου.

Ηταν ένας βάρβαρος κάπρος, ο οποίος όμως κατέβαινε την πλαγιά παραπατώντας και στα εβδομήντα μέτρα περίπου από μένα σταμάτησε γαι μερικά δευτερόλεπτα. Επάνω που τον έβαλα στην “μπούκα” και περίμενα να δω τι θα κάνει και προς τα που θα πάει, ακούω τον ... Σπύρο να μου φωνάζει από ψηλά, από εκεί που είχε πέσει η δεύτερη τουφεκιά...

“Ηλία έρχεται επάνω σου. Πρόσεχε, είναι τραυματισμένος!”

Βέβαι ο Σπύρος ήξερε που ακριβώς ήμουνα, γι αυτό φώναξε, άσχετα που δε με έβλεπε, και καλά έκανε. Εκείνο όμως, που δεν ήξερε ήταν ότι ήδη τον είχα στη “μπούκα” και δεν υπήρχε περίπτωση να μας ξεφύγει. Με τις φωνές όμως του Σπύρου, ο κάπρος έκανε να συνεχίσει την πορεία του προς τα κάτω, οπότε τον βλέπω, κάνει ένα βήμα και ... γυρίζει ανάσκελα. Προσπαθώντας να σηκωθεί, φέρνει μία τούμπα και στη συνέχεια σκαλώνει σε κάτι κλαδιά. Με μερικές προσπάθειες ξεσκαλώνει από τα κλαδιά, ξανά τούμπα, κι άλλη τούμπα, ακόμα δυο τρεις τούμπες και σχεδόν με έφτασε.

Σε όλο αυτό το διάστημα δεν κατέβασα το όπλο γιατί δεν ήξερα πόσο τραυματσιμένος ήταν και αν ξαφνικά δεν πατούσε γερά στα πόδια του.

Τελευταία πια, μόλις δέκα μέτρα από μένα, σκαλώνει σε έναν χοντρό κορμό δέντρου, που ήταν πεσμένος στο έδαφος. Από εκεί που ήμουν και επειδή ο κορμός ήταν πολύ χοντρός, έβλεπα μόνο τα πόδια του κάπρου. Ανεβαίνοντας τότε στο ίδιο ύψος με τον κορμό και λίγο πλάγια, αν και κατάλαβα ότι ήταν θανάσιμα τραυματισμένος, αλλά μη τυχόν και ξεσκαλώσει από τον κορμό και πάει πιο κάτω , επειδή θα τον κουβαλούσαμε ανηφορικά, αλλά και γαι σιγουριά, τη στιγμή που δεν ήξερα που ακριβώς ήταν χτυπημένος, του έριξα ένα μονόβολο στο κεφάλι, σχεδόν εξ’ επαφής.

Για μερικά δευτερόλεπτα ακόμα συνέχισα να τον σημαδεύω και όταν είδα ότι έπαψε πια να κινείται, τον πλησίασα από πάνω και με την κάννη τον έσπρωξα. Καμία αντίδραση.

Μετά τρία τέσσερα δευτερόλεπτα τον ξανασπρώχνω, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Πάλι καμία αντίδραση. Οπότε σίγουρος πια ότι είναι νεκρός, κατέβασα το όπλο, το ασφάλισα και το ακούμπησα πάνω του, ώστε να έχω ελεύθερα τα χέρια για τα συγχαρητήρια, που θα έδινα στον Σπύρο, ο οποίος ήδη πλησίαζε.

Πράγματι, με το που φτάνει λαχανιασμένος και πριν από κάθε τι άλλο, δόθηκαν τα καθιερωμένα συγχαρητήρια για την επιτυχία. Μετά η ερώτηση: “Για πες μου τι ακριβώς έγινε”. Οπότε άρχισε να μου περιγράφει τι και πως έγινε. Επειδή όμως μας “πίεζε” ο χρόνος, όση ώρα μου περιέγραφε το περιστατικό, εγώ ετοίμαζα τον κάπρο γαι το καθάρισμα: άνοιγμα κοιλιάς κτλ.

Να τι είχε γίνει λοιπόν

Ο κάπρος είχε το γιατάκι του, το βρήκε ο Φίλης, κάπου στη μέση της παγάνας. Με την πρώτη τουφεκιά λοιπόν του Φίλη, σηκώθηκε και προσπάθησε να φύγει περνώντας από το πέρασμα που φύλαγε καρτέρι ο Σπύρος. Οταν έφτασε γύρω στα 30 μέτρα από τον Σπύρο, σταμάτησε και ξαφνικά, κάνει μί ααπότομη μεταβολή και φεύγει ξανά προς τα πίσω, εκεί από όπου ήλθε. Ηδη όμως ο Σπύρος τον είχε δει από τα 70 περίπου μέτρα και τον είχε στην “μπούκα”. Απλά περίμενε να του έλθει πιο κοντά, ώστε να τον πάρει στα σίγουρα. Βλέποντας όμως τον κάπρο να κάνει μεταβολή και να φεύγει πίσω, αναγκάζεται να του ριξει, όπως και έγινε, αλλά στα καπούλια.

Δεύτερη τουφεκιά δεν πρόλαβε να του ρίξει γιατί τον εμπόδισαν, κάτι πολύ χοντρά δέντρα και αμέσως μετά τον έχασε από το οπτικό του πεδίο. Χωρίς καθυστέρηση όμως πάει στο σημείο που του έριξε και παίρνοντας τα πατήματά του, είδε ότι, το ένα πισινό του πόδι δεν πατούσε αλλά το έσερνε. Μετά 30 μέτρα είδε και μερικές σταγόνες αίμα πάνω στα φύλλα. Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο πια γαι να καταλάβει ότι ο κάπρος ήταν τραυματισμένος και πως αν τον καταδίωκε ίσως να τον έφτανε.

Πράγματι έτσι έγινε. Οσο μπορούσε πιο γρήγορα, όσο γρήγορα του επέτρεπε η κακοτράχαλη πλαγιά, ακολούθησε τα πατήματα.

Καμιά διακοσαριά μέτρα μετά το σημείο που του έριξε, τον έφτασε και από 30 μέτρα του ρίχνει τη δεύτερη τουφεκιά, που με μπέρδεψε τόσο πολύ, αλλά και που με αυτήν τελικά τον πήρε. Παρά το ότι η δεύτερη ήταν μονόβολο, που τον πέτυχε στην κοιλιά από πίσω και λίγο πλάγια, (τρυπώντας το ένα πνευμόνι σφηνώθηκε στον θώρακα πίσω από το λαιμό) δεν έπεσε, αλλά συνέχισε να φεύγει κατ ευθείαν κατηφορικά αυτή τη φορά.

Τρίτη τουφεκιά δεν πρόλαβε να του ρίξει γιατί σχεδόν αμέσως “κρύφτηκε” πίσω από κάτι βράχια, τον άκουγε όμως και ρίχνοντας μια ματιά στο μέρος που ήταν, κατάλαβε ότι ο κάπρος κατεβαίνει ίσα πάνω του. Τότε ήταν, που φώναξε για να με ειδοποιήσει.

Κοντεύαμε να τελειώσουμε το καθάρισμα όταν έφτασε και ο Φίλης.

Ξανά χειραψίες, ξανά συγχαρητήρια, μπράβο κτλ αλλά και οι τρεις μας κοιτάζαμε μια τον κάπρο με τα περίπου 120 κιλά του και μια τον ...ανήφορο! Εκεί που έπρεπε να πάει.

Αφού τον ετοιμάσαμε, αρχίσαμε τη φάση του κουβαλήματος, που την έκανε πιο δύσκολη ο ανήφορος. Κάναμε πάνω από μία ώρα για να τον πάμε στην κορυφή της ανηφοριάς, μια απόσταση περίπου 300 μέτρα. Από εκεί και πέρα είχαμε κατήφορο. Πρόλα αυτά όμως όταν, μετά τρεις ώρες, φτάσαμε στο αυτοκίνητο, εκτός του ότι είχε νυχτώσει για τα καλά, είμασταν καταεξαντλημένοι.

Σε μία ώρα ήμασταν στην Κομοτηνή.

Τον κρεμάσαμε γαι να στραγγίζει όλη νύχτα και την επόμενη έγινε το γδάρσιμο και οτ μοίρασμα. Εβγαλε 70 κιλά καθαρό, δηλαδή πρέπει να ζύγιζε περίπου 120 κιλά στο ...γιατάκι του!

Τη χαρακτηριστική αυτή περίπτωση την ανέφερα και μάλιστα με κάθε λεπτομέρεια γιατί, εκτός των άλλων στοιχείων που περιέχει, φαίνεται καθαρά πως αν δεν καταλάβαινε ο Σπύρος ότι ο κάπρος ήταν τραυματισμένος, μετά την πρώτη τουφεκιά του και δεν τον καταδίωκε, θα τον χάναμε σίγουρα, επειδή θα περνούσε μακριά από μένα, καμιά διακοσαριά μέτρα πιο ψηλά, που σημαίνει πως ούτε καν θα τον άκουγα. Θα απέφευγε στη συνέχεια και τον Φίλη οπότε θα χανόταν για μας.

Εδώ όμως μέτρησε η εμπειρία και η σωστή απόφαση της στιγμής από την πλευρά του Σπύρου.

Δηλαδή με τις ελάχιστες σταγόνες αίματος που είδε πάνω στα φύλλα, με τον τρόπο που απομακρυνόταν (αμέσως μετά την πρώτη τουφεκιά έκανε δύο - τρία άλματα και μετά έφευγε με μικρά βήματα) αλλά κυρίως με τον τρόπο που (δεν) πατούσε το ένα πίσω πόδι, κατάλαβε αμέσως ότι τον πήρε η τουφεκιά.

Παρ’όλα αυτά όμως δεν υπήρχε περίπτωση να αρχίσει την καταδίωξη αν είμασταν περισσότερα άτομα ή αν υπήρχε στην παρέα έστω και ένας ... νεοσύλλεκτος!

Τέτοιου είδους καταστάσεις αντιμετωπίζονται με αυτόν τον τρόπο, μόνο αν είναι λίγα τα όπλα και υπάρχει πλήρης εμπιστοσύνη στους συντρόφους. Διαφορετικά, το να καταδιώκει κάποιος ένα τραυματισμένο αγριογούρουνο, ειδικά μέσα στην παγάνα, είναι πολύ επικίνδυνο. Και σε μία τέτοια περίπτωση ο κίνδυνος προέρχεται όχι τόσο από το αγριογούρουνο, όσο από τα ... δράμια κάποιου, που θα ρίξει στα πρώτα κλαδιά, που θα δει να κουνιούνται (και να πάρει ο διάολος, σε τέτοιες περιπτώσεις αυτοί δεν ... αστοχούν!)

Αν είμασταν περισσότερα άτομα, άσχετα αν είμασταν όλοι έμπειροι, πάλι δε θα ον καταδίωκε, όπως είπα παραπάνω, γιατί το μέρος θα το είχαμε πολύ καλά “δεμένο” και (τη στιγμή που ο κάπρος γύριζε ξανά μέσα στην παγάνα) αντί να τρέχει πίσω του, απλά θα έβαζε τις φωνές, ειδοποιώντας με αυτόν τον τρόπο καρτέρια και παγανιέρηδες, ότι ένα τραυματισμένο καπρί γύρισε ξανά μέσα στην παγάνα. Ετσι τα καρτέρια, ακούγοντας τι συμβαίνει, θα αυξάνανε την προσοχή τους, οι δε παγανιέρηδες θα μ.ενανε εκεί που ήταν ή κάπου εκεί κοντά, σε σημείο που να έχουν καλή ορατότητα, και αλλάζοντας στα γρήγορα σφαίρες (αν είχαν μέσα σκάγια), θα περίμεναν παίζοντας κι αυτοί το ρόλο ... καρτεριού!

Είναι η μοναδική, μπορώ να πω, περίπτωση κατά την οποία όχι μόνο επιτρέπεται αλλά και επιβάλλεται η αλλαγή ... ρόλου. Δηλαδή να βάλει τις ...φωνές κάποιο καρτέρι και ... να σιωπήσουν οι παγανιέρηδες!

Αυτό βέβαια ισχύει στις περιπτώσεις που δεν υπάρχουν σκυλιά ή όταν το αγριογούρουνο δεν φύγει έξω από την παγάνα.

Αλλιώς έχουμε διαφορετική αντιμετώπιση της κατάστασης.

του ΗΛΙΑ Κ. ΓΚΑΪΦΥΛΛΙΑ 

Το άρθο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΚΥΝΗΓΙ & ΣΚΟΠΟΒΟΛΗ. Στο ihunt.gr αναδημοσιεύτηκε με την άδεια του του κ. Κυπρίδημου. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς την άδεια του.

 

 

About the Author
Εικόνα admin

admin

Facebook Comments Box