Ο λυκος στρατηγος....

Εκτυπώσιμη μορφήΕκτυπώσιμη μορφήΑποστολή με emailΑποστολή με email

 

Το άρθο αυτό δημοσιέυτηκε σε κυνηγετικό περιοδικό της δεκατίας του '70. Δυστυχώς είχαμε μόνο το απόκομμα από το άρθρο και έτσι δεν ξέρουμε το όνομα του περιοδικού και ζητάμε συγγνώμη για αυτό. Αξίζει να το διαβάσετε για να δείτε την άποψη της εποχής εκείνης για το λύκο.

Γρήγορος, λαίμαργος, αδίστακτος, διανύει πάνω από 50 χιλιόμετρα σε μία νύχτα για να βρει τροφή. Βασιλεύει στην ύπαιθρο, μετά τον περιορισμό της αρκούδας. – Συνήθειες, χαρακτηριστικά.

Δεν πάει ο γάιδαρος, το μουλάρι ή το άλογο  στο δρόμο όπως θέλει ο αγωγιάτης ή ο αναβάτης; «Λύκος να σε φάει ψοφήμι»!  τα πρόβατα ή τα γίδια μπήκαν σε σπαρμένα χωράφια άθελα του τσοπάνη; «Κακός λύκος να σας κόψει ρημάδια»! Γιατί όμως πρέπει να τα τρώει ή να τα κόβει ο λύκος και όχι όποιο άλλο από τα σαρκοφάγα;

Γιατί εδώ και εξήντα – εβδομήντα χρόνια και πίσω μετά την εξόντωση ή τον περιορισμό της αρκούδας, η βασιλεία της υπαίθρου περιήλθε στο λύκο. Μέσα λοιπόν σε όλη την Ευρώπη είχε καταντήσει το πιο επικίνδυνο από όλα τα σαρκοφάγα τριχωτά. Δε δυσκολευόταν ως κοπάδι να ρίχνεται ακόμη και σε ανθρώπους.

Γι αυτό και τα ταχυδρομικά αμάξια ταξίδευαν μόνο μέρα, και στα επικίνδυνα μέρη πήγαιναν πολλά μαζί για να αλληλοβοηθιούνται οι επιβάτες. Είχε καταντήσει μία μάστιγα, μία θεομηνία  και έτσι εξηγείται γιατί έγινε θρύλος, φάντασμα, μύθος, ιστορία. Αλλά η πρόοδος που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια δεν μπορούσε βέβαια να συμβιβαστεί με τη λυκοτυραννία. Ούτε συγχωρείται να διατηρείται η εστία της λύσσας, δεδομένου ότι ο λύκος μαζί με τοπ τσακάλι και την αλεπού αποτελούν μόνιμες  γι αυτήν εστίες.

Δηλητήρια, παγίδες, έντονο κυνηγητό με φονικότερα κάθε χρόνο όπλα τους ξεπάστρεψαν από την Ολλανδία, Βέλγιο, Γερμανία και Ελβετία. Άλλες χώρες, όπως και εμείς, δεν πέτυχαν να τους εξοντώσουν, είτε γιατί δεν τους κυνήγησαν συστηματικά, είτε γιατί οι στέπες, οι βάλτοι και τα δυσκολοπάτητα βουνά τους δίνουν άριστα καταφύγια.

Δεν στέκει όμως και να εξοντώνονται. Χώρια ότι χάνεται μία εκδήλωση της ζωής, χάνει και η αισθητική ένα μέρος της. Αν κανείς είναι τυχερός και δει λύκους σε χιονισμένο έδαφος, δύσκολα να ξεχάσει την ομορφιά που προσδίνει η παρουσία τους. Κι άλλα ζώα όπως λ.χ. ο λαγός κόβουν τη μονοτονία του χιονιού, αλλά την ομορφιά  που δίνει ο λύκος δεν τη δίνουν αυτά. Ίσως να συντελεί και η λαχτάρα που παίρνει, αδιάφορο αν μικρή ή μεγάλη και η ζωή του.

Αρχηγός της οικογένειας canidae - κυνοειδή, σκύλοι- κρατάει μετά την αρκούδα, τν πρώτη θέση στην Ευρώπη. Μοιάζει σα μεγάλο τσοπανόσκυλο με κομμένο λίγο το πίσω μέρος του κορμιού και σηκωμένο το μπρος, με μεγάλο κεφάλι και σβέρκο. Το ανάστημά του παίζει από 0,70-0,80 μ. Το τρίχωμά του είναι πυκνό και κάπως τραχύ. Το χρώμα στο κορμί και στο έξω μέρος στα πόδια του είναι ψαρόμαυρο με μία ελαφρούτσικη απόχρωση προς το κίτρινο. Η κοιλιά του είναι ανοιχτότερη και περισσότερο κοκκινωπή, ενώ το στήθος και ο λαιμός του πέφτουν κάπως προς το άσπρο. Ύστερα από αρρώστιες αλλάζει και μπορεί να γυρίσει στο σκούρο ή στο μαύρο σε ελαφρό τόνο, άσπρο όμως δε γίνεται ποτέ.

Σύμφωνα με ένα μύθο, το λύκο τον έφτιαξε ο Σατανάς από αγραπιδιά και για αυτό δε λυγίζει. Αυτός ο μύθος συμπληρώνεται  με εκείνο που λέγεται γενικά γι αυτόν, δηλ. ότι επειδή είναι μονοκόμματος και δεν μπορεί να γυρίζει εύκολα το κεφάλι του, αν πληγωθεί ψοφάει, γιατί δεν μπορεί να γλύφει την πληγή του να τη γιάνει, όπως συμβαίνει με όλα τα άλλα ξαδέρφια του τα κυνοειδή. Όποιοι όμως είχαν ή θα έχουν την τύχη να τον δουν, τη στιγμή που ρίχνεται να κόψει ή να παλέψει, τότε τα ξαναλέμε. Θα δουν αν είναι φτιαγμένος από αγραπιδιά κι αν μπορεί να γυρίζει στο σβέρκο του ή να λυγίζει το κορμί του.

Για να χορτάσει έχει ανάγκη από πολλή τροφή. Δυο-τρεις λύκοι σε λίγες ώρες τα καταφέρνουν να ξεκοκαλίσουν μία ολόκληρη αγελάδα. Υστερα από τέτοιο φαγητό πρησμένοι και μισοναρκωμένοι βρίσκονται ξαπλωμένοι δέκα – δεκαπέντε μέτρα από εκεί που φάγανε. Μόλις χωνέψουν, σηκώνονται ή να αποτελειώσουν ότι απέμεινε ή να ξεκινήσουν για να την ξανατηλώσουν με ότι και όπου βρεθεί. Για αυτό βγήκε το «τρώει σα λύκος».

Για να βρει να φάει δε δυσκολεύεται μέσα σε μία νύχτα να περπατήσει και σαράντα και πενήντα χιλιόμετρα. Πετυχημένο λοιπόν, κείνο που λέγεται: «ο λύκος έχει χοντρό το σβέρκο του  γιατί κάνει μόνος του τις δουλειές». Δεν περιμένει σαν τσακάλι ή ύαινα να φάει ότι περισσεύει από τα άλλα. 

Δεν κακοπερνούν όμως μοναχά τα σπιτίσια ζώα, δηλ. τα μουλάρια, τα άλογα, τα γαϊδούρια ή ακόμα και τα πρόβατα και τα γίδια. Και όλα τα άλλα χορτοφάγα δεν την περνούν καλύτερα. Και ελάφια και ζαρκάδια και λαγοί κάπου-κάπου κανένα μισογούρουνο δεν του ξεφεύγουν. Αλλοίμονο τους, μάλιστα, το χειμώνα με χιόνι, άσχετα αν είναι μαλακό ή παγωμένο, γιατί εκτός από το λαγό ή βουλιάζουν ή γλιστρούν, ενώ αυτός με τις πλατιές πατούσες του δεν δυσκολεύεται και τα προφταίνει. Και σαν του είναι λίγα όλα αυτά , δεν κουράζεται να κυνηγάει τυφλοπόντικα, ποντίκια, μυλολόνθες ή να μπαίνει στα μποστανικά για πεπόνια και στα περιβόλια για απίδια. Αν όμως μυριστεί ψόφιο, πρώτος και καλύτερος. Είναι το εκλεκτότερο φαγητό του και προκειμένου γι αυτό δέχεται να μη κουράζει τον χοντρό σβέρκο του. 

Ο λύκος είναι πανούργο ύπουλο, αιμοβόρο και έξυπνο ζώο.  Γι αυτό λέγεται ότι ενώ είναι δυνατός όσο ένας άνθρωπος, είναι έξυπνος όσο εφτά. Αλλά είναι και φοβητσιάρικο, κι αν είναι ένας-δύο, έστω και τρεις, δεν πρέπει κανείς να τους φοβάται. Αν μάλιστα βρεθεί καβάλα σε ζώο κι αφήσει να σέρνεται μία τριχιά τέσσερα- πέντε μέτρα, μπορεί να διαφύγει κάθε κίνδυνο γιατί από ανεξήγητο φόβο, δεν πλησιάζει. Όταν όμως, είναι πολλοί και είναι πεινασμένοι, ή είναι Φλεβάρης κι έχουν μαζί τη σκύλα, δηλ. στην περίοδο που σκυλεύονται, τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται σοβαρά και πρέπει και με τα σημερινά  όπλα να σταθεί αρκετά ψύχραιμος όποιος δε θέλει να μη μείνουν για σημάδι ούτε τα κόκκαλα του. 

Στο κοπάδι που πέφτει, δεν κόβει ένα που του φτάνει να χορτάσει, αλλά όσα μπορέσει. Μοιάζει σαν να μεθάει με το αίμα και σαν να εκδικιέται γιατί κουράστηκε ως να φτάσει σε αυτή τη στιγμή. Ποιος ξέρει μήπως βάζει και με το μυαλό του ότι ο τσοπάνης δε θα μπορέσει ούτε να φάει, ούτε να πουλήσει όλα τα κομμένα και θα περισσέψει να ξαναφάει. Η λαϊκή παράδοση τον θέλει να κόβει 99 κι όχι 100, γιατί τότε, όπως λέει, σκάει. Τον θέλει ακόμα να ρουφάει το αίμα από  όσα κόβει και όχι να τρώει κρέας. Η λαϊκή όμως παράδοση δεν είναι Επιστήμη, έστω κι α κάπου κάπου της δίνει υλικό.

Στις επιθέσεις του αλλάζει τακτική ανάλογα με τις περιστάσεις και το ζώο που θα χτυπήσει. Π.Χ. αν είναι μόνος συνηθίζει να σέρνεται σιγά-σιγά και μόλις πλησιάσει το ζώο που θέλει να του ριχτεί με ένα δύο ξαφνικά πηδήματα το φτάνει και του πέφτει επάνω του. Κείνο, όποιο και να είναι, δεν προφταίνει ούτε να φύγει ούτε να αμυνθεί γιατί τα σουβλερά δόντια του θα έχουν μπηχτεί στο λαιμό και το κορμί του πολλές φορές. Ανόμως προφτάσει και φύγει δεν τον κυνηγάει. Δεν ξοδεύει τις δυνάμεις του για επιχείρηση που δεν είναι σίγουρη.

Σε κοπάδι που φυλάγεται καλά, χωρίς όμως σκυλιά, δε ρίχνεται ποτέ, αλλά κάνει καρτέρι χωμένος σε κάποιο θάμνο από όπου υπολογίζει ότι θα περάσει και βουτάει το πρώτο που θα έχει την ατυχία να πλησιάσει. Να βελάξει και να τον προδώσει δεν είναι δυνατόν,  γιατί από τον φόβο του κόβεται η φωνή. Όταν το κοπάδι περάσει, το οδηγάει λίγο μακρύτερα ή το ξεκοκαλίζει εκεί. Στη περίπτωση που θα θελήσει να το οδηγήσει λίγο μακρυά και δεν ακολουθεί, πράγμα όχι δύσκολο, αφού οδηγιέται από λύκο, δεν αργεί να το πετάξει στην πλάτη του, κρατώντας το με τα δόντια. Ούτε η μέση του θα του πέσει από τέτοιο φόρτωμα, ούτε ο σβέρκος του δε λυγίζει για να μην μπορεί να τον γυρίσει. Από εδώ βγήκε και η παροιμία: «ο λύκος από τα μετρημένα τρώει».

Όταν οι λύκοι είναι πολλοί και τα ζώα που θέλουν να χτυπήσουν τους ξεφεύγουν, όπως π.χ. τα ζαρκάδια σε αχιόνιστο έδαφος, πετυχαίνουν να τους βάλουν δόντι κάνοντας ολόκληρη παγάνα. Δηλ. μερικοί μένουν πίσω και οι περισσότεροι πηγαίνουν μπροστά  όπου πιάνουν τα καρτέρια. Υστερα οι πίσω με σιγανή παγάνα τα αναγκάζουν να τραβήξουν προς τα καρτέρια. Στην αργότερη μοιρασιά δεν μαλώνουν.

Στρατηγικό σχέδιο εφαρμόζουν επίσης όταν ατ κοπάδια έχουν σκυλιά. Ενας – δύο από αυτούς πετυχαίνουν να προκαλέσουν την προσοχή τους. Όπως είναι φυσικό, τα σκυλιά τους ρίχνονται, ίσως μαζί και ο τσοπάνος. Ετσι, όμως, το κοπάδι μένει αφύλαχτο κι οι άλλοι βρίσκουν την ευκαιρία ή να ξεκόψουν μερικά ή αν δεν μπορέσουν σαν να ήταν πρωτόβγαλτοι ζωοκλέφτες, να κόψουν όσα μπορέσουν. Οτι και να κάμει ο τσοπάνης θα περισσέψουν να φάνε γλεντώντας με την κουταμάρα του να αφήσει το κοπάδι αφύλαχτο.

Τα μουλάρια και τα άλογα τα πιάνουν από τα ρουθούνια, γιατί έτσι ξεφεύγουν τις κλωτσιές, ενώ στα βόδια ρίχνονται από πίσω γιατί έτσι ξεφεύγουν τις κερατωσές. Αν ο λύκος καταλάβει ότι το άλογο ή το μουλάρι είναι δυνατό και με το τίναγμα που θα του κάμει όταν το πιάσει από τα ρουθούνια θα τον πετάξει, τρώει μερικές  οκάδες χώμα για να βαρύνει.  Πριν όμως αρχίσει να φάει, το ξερνάει. Να είναι αλήθεια αυτό, ή είναι σωστό εκείνο που λέει ο Γρανίτσας ότι αυτή την ιστορία την έβγαλαν οι ιδιοκτήτες για να σώνουν την τιμή των ζωντανών, έστω και μετά το θάνατό τους, κι έχει πάρει τώρα θέση αλήθειας;

Τα αχνάρια του μοιάζουν σαν του μεγάλου τσοπανόσκυλου, αλλά κάπως πιο μακρουλά, με τα δύο μπροστινά δάχτυλα μακρύτερα, όπως τα σκυλιά μπουλντόγκ και με όλα τα άλλα νύχια βγαλμένα πιο έξω.

Αν είναι κοπάδι και πηγαίνουν για καμμιά παστρικιά επιχείρηση, περπατούν ο ένας πίσω από τον άλλον πατώντας στα ίδια πατήματα. Τα φτιάνουν έτσι μεγάλα, σχεδόν όσο ένα πιάτο, αλλά δε φανερώνουν πόσοι είναι. Κι αν κανένας, ποιος ξέρει γιατί, βγει από τη γραμμή, ξαναμπαίνει μετά λίγα βήματα.

Οι λύκοι, σαν σκυλιά που είναι, παθαίνουν από τις ίδιες με εκείνα αρρώστιες, με χειρότερη τη λύσσα. Λυσσασμένος λύκος καταντάει επικίνδυνος και για ανθρώπους, γιατί χάνει κάθε αίσθημα φόβου.

Βρίσκονται σε όλη την Ελλάδα εκτός από τα νησιά της. Ζουν στις άκρες, στα δάση ή σε μοναχικές συστάδες ή λόχιμες, αλλά ακόμα και σε καλαμώνες ή βουρλιές κοντά σε βάλτους ή ποτάμια, γιατί σε τέτοια μέρη, επειδή ζουν κάθε λογής ζώα, εξασφαλίζουν την τροφή τους χωρίς μεγάλο κόπο.

Σε οργασμό – οχεία, σκύλευμα – μπαίνουν το Γενάρη – Φλεβάρη. Σε βορεινότερα μέρη και με κάπως αργή άνοιξη, τους παίρνει ο Μάρτης. Σαν ζουλάπι που κάνει τις δουλειές του γρήγορα, δεν μπορεί να αργεί με τις ερωτοδουλειές, τις τελειώνει σε δεκαπέντε μέρες. Εξάλλου δεν έχει καιρό για χάσιμο. Τον ενδιαφέρει πρώτα και κύρια η κοιλιά του, που είναι σχεδόν πάντα άδεια, κι ως πετύχει να τη γιομίσει, αν το κατορθώσει, χάνει πολλές ώρες.

Η σκύλα μετά εξήντα δύο – εξήντα τρεις μέρες γεννάει πέντε έξι και κάποτε ως οχτώ κι εννιά μικρά κοκκινωπά. Ερχονται στον κόσμο με κλειστά τα μάτια, όπως και τα ξαδέλφια τους τα σκυλάκια, κι όπως και εκείνα, έτσι και τούτα, τα ανοίγουν ύστερα από 10-12 μέρες.

Τη φωλιά της τη φτιάνει σε απόμερες θέσεις μέσα στα πυκνά δάση ή σε σπηλιές. Οσο τα παιδιά της είναι μικρά, δεν πειράζει τα γύρω κοπάδια για να μη δώσει αφορμή και κινδυνέψουν. Αν όμως καταλάβει ότι κινδυνεύουν, τα κουβαλάει ένα-ένα σε άλλη φωλιά πολύ μακρυά από την πρώτη.

Τη φροντίδα των παιδιών την έχει η μάνα. Με ψόφια, αλλά και με ζωντανά πρόβατα, κατσίκια, πουλερικά κλπ, τα γυμνάζει τόσο καλά, ώστε σε λίγες εβδομάδες, αντάξια παιδιά προκομμένης μάνας, μπορούν και μπαίνουν στον αγώνα της ζωής, όπου δε θα τα καταφέρουν κι άσχημα.

Ο πατέρας ζει αποτραβηγμένος χωρίς όμως να απομακρύνεται και πολύ. Αργότερα ανταμώνει και μένει μαζί τους για λίγο καιρό. Δεν πρέπει να μην παρακολουθήσει κι αυτός λιγάκι τα βλαστάρια του. Τι καλός πατέρας – λύκος θα ήτανε!

Γενικά όμως, οι λύκοι  ζουν ξεχωριστά ο ένας από τον άλλον και γι αυτό και τους ανθρώπους που αποφεύγουν τους άλλους, τους λένε «μοναχόλυκους». Κοπαδιαστά ζουν ή όταν σκυλεύονται ή όταν πεινάσουν πολύ, επειδή τότε τα καταφέρνουν καλύτερα να βρίσκουν να τρώνε.

Ο λύκος, αν πιαστεί από πολύ μικρός και παιδευτεί κανονικά, εξημερώνεται τόσο,  ώστε φτάνει να κουνάει την ουρά του δείχνοντας χαρά ή ευχαρίστηση, να πηδάει πάνω στο αφεντικό του με τα μπροστινά πόδια του, να του γλύφει τα χέρια και με μία λέξη να του φέρεται σαν σκυλί. Αλλά ο «λύκος αρνί δε γίνεται». Στην πρώτη ευκαιρία δε θα ντραπεί να βάλει δόντια σε κότες, γάλους, αρνιά, αλλά και σε μεγαλύτερα ζώα και τέλος στον ίδιο του τον αφέντη.

Ζει ως δώδεκα χρόνια. Μέσα όμως σε αυτά, αν και λίγα, πόσες εκδουλεύσεις δεν προσφέρει στον άνθρωπο!.

Με τα σκυλιά βρίσκεται σε παντοτινό πόλεμο. Δεν τα χωνεύει γιατί γίνηκαν αποστάτες. Δουλεύουν για τον άνθρωπο, τον εχθρό του. Πετυχαίνει να τα κόβει με τον κλασικό τρόπο. Κάνει ότι φοβάται και φεύγει. Στον πρώτο όμως θάμνο ή στην πρώτη στροφή κρύβεται και περιμένει. Όποιο πρωτοφτάσει εκεί θα πληρώσει τον ζήλο του με τη ζωή του. Στην περίοδο όμως του οργασμού δε δυσκολεύεται να τα φτιάσει μαζί τους, γιατί και κείνα σκυλεύονται τότε. Από τις διασταυρώσεις αυτές βγαίνουν τα καθαρά λαγόσκυλα. Τα φτιάνει ακόμα και με τα τσακάλια κι όπως λένε και οι τσοπάνηδες, τότε βγαίνουν τα λυκοτσάκαλα, περισσότερο πανούργα και κακούργα από τους γονιούς.

Οι λύκοι ουρλιάζουν όπως και τα τσακάλια και μερικές φορές και τα σκυλιά, όχι όμως  σαν και κείνα. Το ούρλιασμα τ΄αρχίζει πρώτα ο γεροντότερος, το παίρνει κάποιος άλλος μακρύτερα, ένας άλλος κάπου άλλου, κι ύστερα όλοι μαζί σαν όλος ο θίασος επί σκηνής. Οι πρωτόβγαλτοι κυνηγοί αν τους ακούσουν, δεν είναι δύσκολο να φοβηθούν, όπως και μερικά σκυλιά που αυτά μάλιστα, ξεχνώντας και κάθε πρόσχημα, κρύβονται στα πόδια του αφεντικού τους. Αντίθετα, οι παλιοί, γύρω σε κανένα τζάκι που θα κάθονται το βράδυ, βρίσκουν την ευκαιρία να αρχίσουν. «Εγώ, που λέτε, μια φορά…». Αν θέλετε πιστέψτε τους. 

Γιατί ουρλιάζουν δεν έχει ακόμα εξηγηθεί. Πολλοί παραδέχονται ότι θέλουν να τρομάζουν τα διάφορα ζώα για να μπορούν ύστερα να τους βάζουν δόντι χωρίς μεγάλο κόπο. Αλλά όπως είναι γνωστό δεν ουρλιάζουν κάθε βράδυ. Πως λοιπόν, μπορεί να σταθεί αυτή η γνώμη; Κοντότερα στην αλήθεια μοιάζει να στέκεται τούτο ότι έτσι συνεννοούνται να ανταμώσουν για να αρχίσουν καμία από τις γνωστές επιχειρήσεις τους, που πολλές από αυτές, όπως το είπαμε, τις κάνουν συντροφικά.

 
Tags: 
About the Author
Εικόνα admin

admin

Facebook Comments Box