Επηρεάζουν τα αγριοκούνελα τη σύνθεση της βλάστησης στη Λήμνο;

Εκτυπώσιμη μορφήΕκτυπώσιμη μορφήΑποστολή με emailΑποστολή με email

Είναι δυνατόν ένα είδος να επηρεάζει τη σύνθεση της βλάστησης ενός νησιού;
 
Η υπερβόσκηση που παρατηρείται στο όγδοο μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας επηρεάζει μόνο τα γεωργικά είδη;
 
Οι προτιμήσεις του είδους σε κάποια φυτά μήπως έχει αλλάξει τη κατανομή τους στο χώρο;
 
Αυτές οι ερωτήσεις απαντώνται σε ένα ενδιαφέρον απόσπασμα από το ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΩΝ ΑΓΡΙΟΚΟΥΝΕΛΩΝ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ. Η συγκεκριμένη έρευνα αποτελεί μέρος της Διδακτορικής Διατριβής «Η ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΟΚΟΥΝΕΛΟΥ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ», του υποψήφιου Διδάκτορα ΑΠΘ Κοντσιώτη Βασιλείου, με επιβλέπων τον Ομότιμο Καθηγητή Δασολογίας & Φυσικού Περιβάλλοντος, Νικόλαο Παπαγεωργίου.
 
Η υπερβόσκηση της φυσικής βλάστησης από τα αγριοκούνελα είναι ιδιαίτερα εμφανής σε περιοχές του νησιού με υψηλή πυκνότητα πληθυσμού του είδους. Το κέντρο της δραστηριότητας των αγριοκούνελων είναι ο κονικλώνας και ο χρόνος που δαπανούν για βόσκηση μακριά από αυτόν είναι αντίστροφα ανάλογος με την απόσταση. Αυτό γίνεται φανερό από το ποσό της βιομάζας που σύμφωνα με τους Wood et al. (1987) καταναλώνουν σε ένα έτος και είναι 800 kg/ha σε απόσταση 12μ. από τον κονικλώνα, 220 Kg/ha στα 25 μ., και 150 Kg/ha στα 100 μ.
 
Επίσης πιστοποιείται και από το ποσοστό των αγριοκούνελων που τρώνε δηλητηριασμένα δολώματα σε διάφορες αποστάσεις από τον κονικλώνα (Cowan et al. 1987). Ως εκ τούτου η επίδραση της βόσκησης είναι σημαντικότερη και εμφανέστερη σε μικρή απόσταση από τους κονικλώνες.
 
12814154_1578463109141843_7523860825710838488_n
 
Σε περιπτώσεις που τα υψηλής ποιότητας τροφικά διαθέσιμα είναι περιορισμένα τα αγριοκούνελα μπορούν να κινηθούν σε απόσταση μεγαλύτερη από 300 μ. για ανεύρεση τροφής (Perer 1982b), ενώ σε εξαιρετικά δυσμενής συνθήκες η απόσταση που μπορούν να διανύσουν για την κάλυψη των βιολογικών αναγκών είναι μεγαλύτερη από 1500 μ. (Newsome 1989).
 
Η προτίμηση που εμφανίζουν τα αγριοκούνελα σε ορισμένες φυτικές οικογένειες (Poaceae, Leguminosae, κ.α.), όπως προκύπτει από την ανάλυση των τροφικών συνηθειών που διεξήχθη κατά την παρούσα έρευνα, έχει ως αποτέλεσμα τα είδη αυτά να είναι πολύ περιορισμένα ή να μην εμφανίζονται καθόλου στη σύνθεση της βλάστησης ορισμένων περιοχών με μεγάλες πυκνότητες αγριοκούνελων.
 
Αντιθέτως τα φυτικά είδη που δεν προτιμώνται από τα αγριοκούνελα κατά τις περισσότερες εποχές του χρόνου (Compositae, κ.α.) συμμετέχουν στην σύνθεση της βλάστησης των υπερβοσκημένων περιοχών με μεγάλη συχνότητα εμφάνισης.
 
Η οφειλόμενη στα αγριοκούνελα μεταβολή στη σύνθεση της βλάστησης μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα αρνητικά αποτελέσματα καθώς κάποια είδη της αυτοφυούς βλάστησης είναι δυνατόν να περιοριστούν μόνο σε περιοχές με μικρή πυκνότητα αγριοκούνελων ή ακόμη και να εξαφανιστούν.
 
Βιβλιογραφικές αναφορές:
 
Wood, D.H., Leigh, J.H. and Foran, B.D. 1987. The ecological and production cost of rabbit grazing. Pp. 18-27 in: Working Papers of the 8th Australian Vertebrate Pests Control Conference, Coolangatta, May 1987
 
Cowan, D.P., Vaughan, J.A. and Christer, W.G. 1987. Bait consumption by the European rabbit in southern England. Journal of Wildlife Management 54: 386-392
 
Perer, I. 1982b. Dispersal of the wild rabbit Oryctolagus cuniculus at Urana in New South Wales. Australian Wildlife Research 9: 427-441
 
Newsome, A.E. 1989. Large vertebrate pests. Pp. 406-415 in: J.C. Noble and R.A Bradstock, eds, Mediterranean Landscapes in Australia. CSIRO, Meelbourne
 

Category: 
About the Author
Εικόνα admin

admin

Facebook Comments Box