Κυνήγι στα χρόνια της κατοχής

Εκτυπώσιμη μορφήΕκτυπώσιμη μορφήΑποστολή με emailΑποστολή με email

Ένα γκρίζο πρωινό του Νοέμβρη του 1943, ξεκινάμε πάλι για το βουνό, οι δυο ξωχάρηδες φίλοι κυνηγοί και γω. Μπροστά κείνοι με το γαϊδουράκι και πίσω εγώ, αμέριμνος τάχα και χωρίς προορισμό. Κίνδυνος -θάνατος από παντού. Και από τους κατακτητές και από τους ντόπιους χαφιέδες.
 
Στον πάτο του αχυροτρουβά είχαμε τις χαρτούσες και από πάνω άχυρο πολύ πατικωμένο. Ο τρουβάς και οι ψυχές μας μονάχα κρύβαμε το μυστικό: λαχτάρα για κυνήγι και ανάγκη μεγάλη ανάγκη για τροφή. Όλο προχωρούσαμε κι ήταν τα πάντα ήσυχα και μυοτικά, από τα ειρηνικά σύνεργα του κλαδευτή πάνω στο ισχνό γαϊδουράκι, ίσα τα στυγνά πρόσωπά μας από τις στερήσεις και το μίσος για τον κατακτητή.
 
Φτάσαμε έτσι στα ριζά του βουνού, στο μεγάλο ρουμάνι. Τόπος άγριος, απάτητος και μυστικός. Καταμεσίς από τον κυκεώνα αυτόν από δασά βάτα, αγριοκουμαριές και πρινάρια, ξεπρόβαινε κακοσχημετισμένος ο όγκος μιας βαλανιδιάς. Εκεί, μέσα στο κούφιο κορμί της κρύβαμε τα τουφέκια μας. Δύσκολο πολύ για τον ανήξερο και να φτάσει μέχρι εκεί και να σκαρφαλώσει πάνω στον ξύλινο αυτόν όγκο. Ο Στρατής τρύπωσε με την κολιά στο πυκνό και για ώρα χαρχάλεβε μέσα στα νοτισμένα βάτα. Ύστερα φάνηκε σκαρφαλωμένος από το πίσω μέρος της βαλανιδιάς. Οι καρδιές μας χτυπούσαν. Έτσι κάναμε κάθε φορά που γινόταν αυτό. Είχαμε το φόβο μήπως μας πάρουν τα τουφέκια. Ήταν δύσκολη δουλειά να κρεμαστείς και να κατεβάσεις 3 τουφέκια αλλά η ανάγκη και η πείνα σε έκανε να τα υπομένεις όλα.
 
Σε δέκα λεπτά όλα ήταν τελειωμένα και τα τουφέκια στα χέρια μας. Τα κοιτάξαμε από την μια, τα χαϊδέψαμε από την άλλη και ζεστάναμε το παγωμένο μέταλλο με τα χέρια μας. Ξεκινήσαμε. Όχι μακρυά. Εκεί γύρο. Μια ακτίνα 500-1000 μέτρα γύρο από την τουφεκοφωλιά μας. Βλέπεις οι Ούνοι είχαν και γούστα ευγενικά. Βγαίνανε και στο κυνήγι.
 
Τουφεκιά δεν είχαμε ρίξει και προχωρούσαμε κοντά και οι τρεις, παίρνοντας την ακροποταμιά όπου σε μια στροφή ήρθαμε φάτσα με τον εχθρό.
 
Έξι Γερμανοί και ένας, ίσως δικός μας -από τα ρούχα του- σε 10 μέτρα απόσταση, από την άλλη μεριά του ξεροπόταμου. Παγώσαμε.
 
Αυτοί προχωρούν, ψάχνουν, Μας αντιλήφθηκαν ψυχρά, σαν τίποτα αντικείμενα. Ίσως αυτή την ώρα νανοιωσαν κι αυτοί μεσ” την καρδιά τους ότι νοιώσαμε και μεις.
 
Το μάτι το δικό μου που ήμουνα και πιο κοντά γαρίδα, ακίνητο, σα το μάτι του φιδιού. Το πρόσωπο κερένιο. Λένε πως ο φόβος σταματά κάθε σημάδι της ζωής. Δε λειτουργούσε μέσα μου ζωή, ούτε καρδιά χτυπούσε, ούτε αναπνοή, μήτε δούλευε νους.
 
Πόσα δευτερόλεπτα μεσολάβησαν δεν είμαι σε θέση να σας πω. Αυτά «εκ των υστέρων» τα κλεψα απ τα βαθειά της ψυχής μου.
 
Τότες έγινε κάτι που ίσως μας έσωσε τη ζωή. Από το μέρος τους σηκώθηκαν 3 πέρδικες. Οι 2 κάνανε κατ” αυτούς, η άλλη κατά μένα. Άκουσα δυο τουφεκιές. Άκουσα και μια τρίτη, τη δική μου. «Κύριος είδε» ποια κατεύθυνση πήραν τα σκάγια μου. Σαν γύρισα να κοιτάξω, ο Γερμανός σήκωνε από κάτω τη σκοτωμένη πέρδικα. Την άλλη την κρατούσε ο σκύλος.
 
Μουρθε να τρέξω, στον καλπασμό της καρδιάς μου ακολουθούσαν και οι τρίχες του κεφαλιού μου. Ξεχύθηκε όλο μου το είναι για τη φευγάλα. ..
 
Και τότες είδα τον Γερμανό, κατακόκκινο και λαμπερό από χαρά να μου στέλνει φεύγοντας χαιρετισμό. Χαιρέτησα και γω αδιάφορα και προχώρησα σταθερά.
 
Πίσω από μια μεγάλη ροδαφνιά, άκουγα πια το κατρακύλισμα της γλώσσας τους. Μήτε τους έβλεπα μήτε με βλέπαν. Ξαμολύθηκα.
 
Σαν αντάμωσα τους άλλους ήταν ζωντανή μονάχα η γλώσσα τους. Μπαινόβγαινε σαν εργαλείο από μάκαινα. Κοιταχτήκαμε κι έπεσα. Δεν άκουγες άλλο από τις ανάσες μας.
 
Ύστερα από μισή ώρα κι απάνω πια, ο Νικόλας είπε μονάχα, πως ήθελε να φύγει. Σηκωθήκαμε και μεις και τον ακολουθήσαμε. Τα τουφέκια μας τα κρύψαμε επί τόπου.
 
Αγία Παρασκευή -Λέσβου
ΠΑΝ. ΕΥΑΓΓΕΛΙΝΟΣ
(Δημοσιεύθηκε στα «Κυνηγετικά Νέα» τον Ιούνιο του 1946)
 
About the Author
Εικόνα admin

admin

Facebook Comments Box