Ο λαγός των... Χριστουγέννων..Μέρος Α

Εκτυπώσιμη μορφήΕκτυπώσιμη μορφήΑποστολή με emailΑποστολή με email

Ντιν, νταν, νταν, νταν... Ο παπα-Μανώλης χτυπούσε τη μικρή καμπάνα, που κρεμόταν στο κλαδί της γέρικης βελανιδιάς, για τον εσπερινό. Μαζί με τις γυναίκες που ανέβαιναν τον ανήφορο, φορτωμένες τις μαλάθες με τον άρτο, μια γνώριμη φιγούρα ξεχώριζε.
 
Ο μπαρμπα-Χρήστος με το όπλο στον ώμο και το τσιγάρο μόνιμα στο στόμα, κανείς δεν καταλάβαινε πότε ήταν σβηστό και πότε αναμμένο, βάδιζε νωχελικά όπως πάντα. Τα σκυλιά τον ακολουθούσαν, το ίδιο τεμπέλικα, σε μια μακριά γραμμή πίσω του.
 
Πάντα ζητούσε την ευλογία του Αγίου πριν ξεκινήσει για το κυνήγι. Οση ώρα έψελνε τον εσπερινό περίμενε να ακούσει τα γνώριμα αλυχτίσματα των σκυλιών που θα ξεσήκωναν τον λαγό
 
«Ωρέ ευλογημένε, πού πας κυνήγι χρονιάρες μέρες;» φώναξε ο παπα- Μανώλης τον συνέταιρό του στο κυνήγι και στα τσίπουρα. «Γιορτάζεις αύριο, έλα και μια φορά στον εσπερινό».
 
«Παπά θα έρθεις;... Το μεσημέρι που βγήκα ψηλά να δω πώς πάνε τα χωράφια, σήκωσα έναν λάγαρο και δεν είχα το όπλο μαζί μου? Αυτός ο λαγός είναι δικός μας».
 
Το πονηρό χαμόγελο κάτω από τα ασπριδερά μουστάκια του μπαρμπα-Χρήστου φανέρωσε τα κιτρινισμένα από τον καπνό δόντια του.
 
Εστριψε το μουστάκι του και μετά ένα ακόμη τσιγάρο, όση ώρα περίμενε τον παπά να πλησιάσει.
 
«Βρε αθεόφοβε, Χριστούγεννα ξημερώνει αύριο... δεν γίνονται αυτά... Εχω εσπερινό» είπε ο παπάς φωναχτά και μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του «Υπαγε πίσω μου σατανά..». Ωρες ήταν να τον παρασύρει ο διαολεμένος ο μπαρμπα-Χρήστος.
 
Στάθηκε μπροστά στην εικόνα του Αγίου Ευσταθίου και σταυροκοπήθηκε ψάλλοντας νοερά το «Αγρευθείς ουρανόθεν προς ευσέβειαν ένδοξε, τη του οσιοθέντος δυνάμιν, δι’ ελάφου Ευστάθιε...».
 
Στο κυνήγι ήταν αχώριστοι, όπως και στα τσίπουρα που έπιναν στο καφενείο.
 
Μόνο την Κυριακή στην εκκλησία δεν κατάφερνε να τον μαζέψει τον μπαρμπα-Χρήστο.
 
«Μα βρε παπά, είναι ανάγκη να έχεις εκκλησία την Κυριακή το πρωί που έχει κυνήγι;» ήταν η μόνιμη φράση του όταν επέστρεφαν από την έξοδο του Σαββάτου.
 
«Πήγαινε εσύ στην εκκλησία αύριο και εγώ θα ανάψω το καντηλάκι στο ξωκλήσι του Αϊ-Λια», τέλειωνε γελώντας. «Ελα μετά τη λειτουργία... θα σε περιμένω στην κορυφή...» και συνήθως έτσι γινόταν το κυνήγι, αν δεν υπήρχε κάποια γιορτή, τις Κυριακές.
 
Χάρηκε ο παπάς που δεν έκανε πράξη τα λόγια του ο γερο-κυνηγός. Μα να πάει κυνήγι χριστουγεννιάτικα ο αθεόφοβος, σκέφτηκε
 
«Συγχώρεσε Κύριε τον αμαρτωλό» συνήθιζε να προσθέτει ο παπα-Μανώλης και χώριζαν για τα σπίτια τους, αφού κάθονταν πρώτα στο καφενείο για ένα τσίπουρο στα γρήγορα.
 
«Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου...» έλεγε ο παπάς μόλις έφταναν τα ποτηράκια και ο μεζές, «και άρτος καρδίαν ανθρώπου στηρίζει» συνόδευε ο μπαρμπα-Χρήστος μόλις κάρφωνε με το πιρούνι του το ψωμί και την πιπεριά τουρσί.
 
Στην εικόνα...
 
Είχε μάθει και αυτός, τόσα χρόνια μαζί με τον παπά, μερικές φράσεις από τους ψαλμούς του Δαβίδ, με τους οποίους φρόντιζε να συνοδεύει ο παπα-Μανώλης σχεδόν όλες του τις δραστηριότητες. Για καθετί, έβρισκε και τον κατάλληλο ψαλμό και ας μην ήξερε να διαβάζει καλά.
 
Μπήκε στην εκκλησία βιαστικά ενώ ο μπαρμπα-Χρήστος έπαιρνε τον ανήφορο. «Εν όρη τα υψηλά ταις ελάφοις, πέτρα καταφυγή τοις λαγωοίς» ακούστηκε να μουρμουρίζει ο παπάς καθώς έστρωνε το πετραχήλι του.
 
Στάθηκε μπροστά στην εικόνα του Αγίου Ευστάθιου και σταυροκοπήθηκε ψάλλοντας νοερά το «Αγρευθείς ουρανόθεν προς ευσέβειαν ένδοξε, τη του οσιοθέντος δυνάμιν, δι’ ελάφου Ευστάθιε...».
 
Αυτός είχε αναρτήσει την εικόνα του αγίου που ήταν ο προστάτης των κυνηγών και πάντα ζητούσε την ευλογία του πριν ξεκινήσει για το κυνήγι.
 
Οση ώρα έψελνε τον εσπερινό περίμενε να ακούσει τα γνώριμα αλυχτίσματα των σκυλιών που θα ξεσήκωναν τον λαγό.
 
Ο ίδιος δεν χρειαζόταν σκυλί για να ανακαλύψει τον λαγό στο γιατάκι του. Το μάτι του έκοβε σαν μαχαιριά ανάμεσα στα ξερόχορτα και έβρισκε τον λαγό όσο καλά και αν ήταν κρυμμένος.
 
Εξίσου καλός όμως ήταν και στο σημάδι. Είχε πάρει από τον προπάππο του, μεγάλο κυνηγό της Κρήτης, που είχε πολεμήσει κιόλας στον μακεδονικό αγώνα στις περιοχές αυτές. Από αυτόν είχε κρατήσει και έναν μετασκευασμένο γκρα που μ’ αυτόν ξεκίνησε το κυνήγι, πριν αγοράσει ένα δίκαννο με κοκόρια.
 
Σπάνια χρειαζόταν τη δεύτερη τουφεκιά, όταν θα έριχνε στο γιατάκι. Ούτε ζώνη με φυσίγγια χρειαζόταν, 2-3 σφαίρες μόνο στη φαρδιά του τσέπη, ήταν αρκετά για το κυνήγι και τον λαγό της ημέρας.
 
Μαζί με τον μπαρμπα-Χρήστο ήταν ένα φονικό δίδυμο. Στο χωριό περίμεναν όλοι να τους δουν να φέρνουν τον λαγό, όταν ακούγονταν τουφεκιά από τον λόγγο.
 
Μπαίνοντας στο ιερό να αφήσει το θυμιατό ακούστηκαν τα σκυλιά.
 
Γύρισε προς το μικρό παράθυρο δίπλα από την Πρόθεση. Πέρα στη ράχη, ο ασπριδερός αρσενικός καταδίωκε τον λαγό στον ανήφορο, όμως το μονοπάτι δεν ήταν σήμερα πιασμένο. Αυτή η θέση ήταν η δική του, αυτός μπορούσε να ανέβει γρήγορα σαν αγριοκάτσικο τις πέτρες και να περιμένει τα σκυλιά να φέρουν τον λαγό πάνω του.
 
Ο μπαρμπα-Χρήστος δεν είχε τις αντοχές αυτές, το ατέλειωτο τσιγάρο του δεν άφηνε τέτοιες δυνατότητες. Οσο όμως υπήρχε ο παπάς να πατάει τις κορφές, δεν έπαιζε κανέναν ρόλο το κάπνισμα, όταν όμως ήταν μόνος του, τότε δυσκόλευαν τα πράγματα και αυτός ο λαγός ήταν πολύ πονηρός.
 
Γέλασε ο παπάς καθώς είδε τον σύντροφό του να προσπαθεί να ανέβει κάθετα την πλαγιά και να σταματά μετά από λίγα μέτρα, «απτόμενος των ορέων και καπνίζονται..», βγήκε ο αντίστοιχος ψαλμός. Θα του τα «έψαλλε» ως συνήθως το βράδυ στο καφενείο για το τσιγάρο του, αλλά ήξερε ότι δεν μπορούσε να το κόψει ο μπαρμπα-Χρήστος.
 
«Πόσα χρόνια θα ζήσουμε ακόμη, βρε παπά», πάντα παπά τον έλεγε, «σάματι είμαι ο Ολυμπος να ζήσω χίλια χρόνια;».
 
Με τη ρακή...
 
Στο καφενείο περίμενε μόνος του ο παπα-Μανώλης, πίνοντας μια ρακή ξεροσφύρι, δίπλα στη σόμπα. Οπου να 'ναι θα φαινόταν ο κυνηγός να κατεβαίνει για το σπίτι του. Χτύπησε το τζάμι μόλις εμφανίστηκε λασπωμένος και κουρασμένος, σέρνοντας τις βαριές του μπότες, ο μπαρμπα-Χρήστος.
 
«Ελα μέσα να πιεις μια ρακή» του έκανε νόημα και άλλο που δεν ήθελε αυτός. Τα σκυλιά συνέχισαν ήρεμα προς το σπίτι για να χωθούν στα άχυρα του υπόστεγου. Η κυρα-Βασιλική θα τα τάιζε, όπως κάθε βράδυ, παρόλο που φώναζε επειδή λάσπωναν τη γυαλισμένη από το σκούπισμα αυλή.
 
Τα αγαπούσε όμως τα σκυλιά. Από τότε που έφυγαν τα παιδιά τους και έμειναν μόνοι τους, αυτά είχε να φροντίζει και τα μάλωνε όπως η κάθε μητέρα τα παιδιά της από αγάπη.
 
Εστριψε το απαραίτητο τσιγάρο, το σάλιωσε στην άκρη και το στερέωσε πάνω στο καπάκι της σόμπας να στεγνώσει. Μετά άνοιξε το μικρό πορτάκι το ακούμπησε στα πυρωμένα κάρβουνα και ρούφηξε με απόλαυση τον καπνό. Ο παπάς δεν είπε κουβέντα.
 
«Πώς το λες αυτό με τις πέτρες και τα ελάφια, ρε παπά;» είπε και άρπαξε το ποτηράκι με τη ρακή από το τραπέζι. «Ο άτιμος ήταν μέσα στις πέτρες και μου έφυγε τον ανήφορο».
 
«Σε είδα...» είπε ο παπάς και έσκασε στα γέλια, καθώς ο φουρκισμένος μπαρμπα-Χρήστος έψαχνε το μπουκάλι με τη ρακή για να πνίξει τα νεύρα του που τον κορόιδεψε ο λαγός.
 
«Πέτρα καταφυγή τοις λαγωοίς» του είπε με νόημα μόλις σταμάτησαν τα γέλια. «Δεν έπρεπε καν να ξεκινήσεις μόνος σου, σήμερα» πρόσθεσε σοβαρός ο παπα-Μανώλης .
 
Τίποτε δεν ακούστηκε, μόνο τα ξύλα που έτριζαν στη σόμπα.
 
«Ασ' τον μια-δυο μέρες ήσυχο, να περάσουν τα Χριστούγεννα και πάμε μετά μαζί να τον μαζέψουμε», επέμενε.
Γέμισε ακόμη ένα ποτηράκι, σιωπηλός, ο άλλος. Κακό σημάδι αυτό σκέφτηκε ο παπάς, δεν θα ηρεμούσε αν δεν σκότωνε τον λαγό.
 
«Δεν πιστεύω να θέλεις να πας και αύριο Χριστουγεννιάτικα, βρε αθεόφοβε?»
 
«Αν θα πάω;... Δεν θα μου τη γλιτώσει αύριο? Είναι και Σάββατο...»
 
«Μα γιορτάζεις, βρες ευλογημένε, μετά την εκκλησία θα έρθουμε επίσκεψη στο σπίτι σου όλοι οι φίλοι...»
 
Σηκώθηκε απότομα ο μπαρμπα-Χρήστος. Ξέχασε και το τσιγάρο του στο τασάκι. Αυτό σήμαινε πάρα πολλά νεύρα. Τώρα μόνο η κυρα-Βασιλική θα μπορούσε ίσως να τον καλμάρει, όχι απόψε, αλλά αύριο το πρωί που θα ξυπνούσε και θα έπινε έναν καφέ με το πρώτο του τσιγάρο.
 
Τα πρώτα χρόνια
 
Τα Χριστούγεννα, καθώς και την Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνια πήγαινε στην εκκλησία. Ηταν νύχτα εξάλλου όταν χτυπούσε την πρώτη καμπάνα ο παπάς. Μόλις ξημέρωνε σχολούσε η εκκλησία, άκουγε τα πρώτα χρόνια πολλά έξω στον νάρθηκα και μετά όλοι μαζί περνούσαν από το σπίτι του για να του ευχηθούν και επίσημα.
 
Τους κερνούσε γλυκό κεράσι η κυρα-Βασίλω, ήταν η καλύτερη του χωριού σ’ αυτά και κανείς δεν ήθελε να χάσει από το περιβόητο γλυκό της. Το μεσημέρι θα ετοίμαζε εκτός από το χοιρινό και απαραίτητα λαγό που μαζί με τον παπά και μερικούς ακόμη φίλους θα έτρωγαν το βράδυ, αποτελειώνοντας το κρασί του παπά.
 
Πριν ο τελευταίος επισκέπτης βγει από την πόρτα, το τουφέκι ξεκρεμιόταν και άλλαζε τα ρούχα του ο μπαρμπα-Χρήστος.
 
«Περίμενε, βρε ευλογημένε, να βγουν από την εξώπορτα» διαμαρτυρόταν η Βασιλική. Τα σκυλιά τον έπαιρναν χαμπάρι και μαζεύονταν χαρούμενα πίσω στο μαγειρειό, από αυτή την πόρτα έφευγε όταν δεν ήθελε να περάσει μπροστά από το καφενείο.
 
Το μεσημέρι όμως στο γυρισμό περνούσε θριαμβευτικά μπροστά από το καφενείο, τους κερνούσε για τη γιορτή του, άκουγε τα μπράβο για τον λαγό που έφερνε και έφευγε να τον γδάρει στην πίσω αυλή.
 
Ο παπα-Μανώλης ήταν ανήσυχος ενώ έψαλλε τον όρθρο των Χριστουγέννων και όλο έριχνε ματιές στην πόρτα να βλέπει ποιος μπαίνει. Αραγε θα ερχόταν στην εκκλησία ο παλαβός φίλος του;
 
Επιτέλους φάνηκε στην πόρτα ένα ασπριδερό κεφάλι χωρίς τσιγάρο, φρόντισε να το καπνίσει όλο μέχρι την εκκλησία.
 
Γελούσε πονηρά κάτω από τα μουστάκια του ο μπαρμπα-Χρήστος και ένευσε με τα μάτια προς το ιερό.
 
Χάρηκε ο παπάς που δεν έκανε πράξη τα λόγια του ο γερο-κυνηγός. Μα να πάει κυνήγι Χριστουγεννιάτικα ο αθεόφοβος, σκέφτηκε.
 
Κάθε φορά που έβγαινε από το ιερό έριχνε μια κλεφτή ματιά στον φίλο του. Ησυχος καθόταν στο στασίδι του, έβλεπε όμως συνεχώς το παράθυρο, που για την ώρα ήταν θεοσκότεινο. Αργούσε ακόμη να ξημερώσει.
 
Αυτός είναι ικανός να φύγει από την εκκλησία για το κυνήγι, τρόμαξε στη σκέψη αυτή ο παπάς. Ενα αδιόρατο χαμόγελο κάτω από τα μουστάκια απέναντί του το επιβεβαίωσε.
 
Πήρε το θυμιατό και βγήκε να ευλογήσει το εκκλησίασμα. Περνούσε μπροστά απ' όλους που έκαναν μια μετάνοια ευλαβικά.
 
Τον περίμενε όρθιος κάτω από το στασίδι με ένα θριαμβευτικό χαμόγελο μέχρι τα αυτιά ο μπαρμπα-Χρήστος. Καθώς τον θυμιάτιζε ο παπάς έσκυψε δήθεν ευλαβικά προς το μέρος του και ψιθύρισε «Θα πάω...».
 
Οσο περνούσε η ώρα όμως όλο και αναθαρρούσε ο παπάς, καθώς κανείς δεν έφευγε από τα στασίδια του, ούτε η πόρτα δεν ακούστηκε να ανοίγει. Οταν στάθηκε με τα άγια στην Ωραία Πύλη κόντεψε να του πέσει το δισκοπότηρο. Ο παλαβός φίλος του είχε φύγει. Αδειο το στασίδι, έχασκε σαν τρύπιο δόντι.....συνεχίζεται
 
ΚΕΙΜΕΝΟ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΘΩΜΑΣ ΜΠΑΤΣΕΛΑΣ
 

About the Author
Εικόνα admin

admin

Facebook Comments Box