Αγριόχοιρος (Sus scrofa)

Εκτυπώσιμη μορφήΕκτυπώσιμη μορφήΑποστολή με emailΑποστολή με email

 

 

Η Φωνή του 

 

 

Το αγριογούρουνο είναι το μεγαλύτερο και δυνατότερο θήραμα της χώρας μας. Το κυνήγι του απαιτεί την άψογη γνώση των συνηθειών του και την άριστη συνεργασία των μελών της ομάδας των γουρουνοκυνηγών, χωρίς να ξεχνάμε την απαραίτητη συμβολή ικανών γουρουνόσκυλων. Είναι το θήραμα που δεν συστήνεται για τον μοναχικό κυνηγό. Για τους γνώστες του κυνηγιού του, το αγριογούρουνο αποτελεί πρόκληση, ενώ για τους άπειρους μπορεί να είναι επικίνδυνο.
Εξάπλωση και βιότοπος
Το αγριογούρουνο (Sus scrofa) ζει και αναπαράγεται σε ολόκληρη την Ευρώπη(πλην Μ. Βρετανίας και Ιρλανδίας) κάτω από 58 Β.Γ.Π., στη Βόρεια Αφρική, στην Κ. και Ν. Ασία. Έχει εισαχθεί στη Β. Αμερική. Στην Ελλάδα υπάρχει στη Θεσσαλία, Ήπειρο, Μακεδονία και Θράκη ενώ έχει εισαχθεί και στην Πελοπόννησο.
Είναι είδος δασόβιο. Ζει μέσα σε πυκνά, θαμνώνες, δάση πλατυφύλλων αλλά και μικτά. Προτιμά κυρίως δάση δρυός, καστανιάς και οξυας. Απαντάται επίσης σε ελώδης εκτάσεις, σε γεωργικές καλλιέργειες που συνορεύουν με δασικές εκτάσεις και σε μεγάλα υψόμετρα μέχρι τα δασοόρια.

Βιολογία

Ζει μέχρι 10 χρόνια σπανιότερα μέχρι 15 ή παραπάνω. Το βάρος του φτάνει μέχρι τα 170 κιλά. Έχει ανεπτυγμένες την όσφρηση και την ακοή, ενώ η όρασή του είναι περιορισμένη. Το τρίχωμα του αποτελείται από δύο ειδών τρίχες. Τις σμηριγγώδεις τρίχες, οι οποίες είναι μακριές, σκληρές, αραιές και αποτελούν το κυρίως τρίχωμα και κοντές, πυκνές και μαλακές τρίχες οι οποίες αποτελούν το υποτρίχωμα. Το τρίχωμα αλλάζει δυο φορές το χρόνο, μία τον Οκτώβριο και μία το Μάιο. Οι 4 κυνόδοντες εμφανίζονται αμέσως μετά τη γέννηση του. Οι κυνόδοντες της πάνω σιαγόνας είναι μεγαλύτεροι και ισχυρότεροι απ’αυτούς της κάτω σιαγόνας. Όλοι έχουν διεύθυνση προς τα επάνω. Τα αρσενικά άτομα φέρουν αρκετά μεγαλύτερους κυνόδοντες από τα θηλυκά.
Όταν κλείνουν οι σιαγόνες , η εξωτερική πλευρά των πάνω κυνοδόντων έρχεται σε επαφή με την εσωτερική πλευρά των κάτω. Το μέγεθος της αποτριβής της εσωτερικής πλευράς των κυνοδόντων της κάτω σιαγόνας είναι διαγνωστικό στοιχείο της ηλικίας του  ζώου. Στα ανήλικα είναι ανύπαρκτη ενώ με το πέρασμα των ετών αυξάνει. Άλλο διαγνωστικό της ηλικίας είναι ο τρόπος με τον οποίο σκάβουν το έδαφος. Τα νεαρά άτομα σκάβουν ακανόνιστα, ενώ τα ενήλικα δημιουργούν συνεχείς κανονικές αυλακώσεις.
Είναι είδος παμφάγο. Κυρίως  χορτοφάγο, τρωει βαλανίδια, κάστανα, διάφορα φρούτα και καρπούς, ρίζες  και βολβούς τα οποία βγάζει σκάβοντας από το έδαφος. Κάνει επιδρομές στις καλλιέργειες κυρίως κοντά σε δασωμένες εκτάσεις, με προτίμηση στις πατάτες, στα παντζάρια και στα καλαμπόκια ιδίως όταν ο καρπός είναι σε γαλακτώδη μορφή. Επίσης τρέφεται με μύκητες, σκουλήκια, σαλιγκάρια, προνύμφες εντόμων, έντομα, αμφίβια, ερπετά, τρωκτικά, αυγά εδαφόβιων πτηνών και ψοφίμια. Λόγω του ότι τρωει ψοφίμια, τα οποία είναι συνήθως φορείς της τριχινιάσεως, είναι δυνατόν να μεταδώσει την ασθένεια αυτή και στον άνθρωπο, γι’αυτό συνιστάται το καλό βράσιμο του κρέατος του.

Κοινωνική δομή και συμπεριφορά

Είναι είδος κοινωνικό. Ζει σε ομάδες οι οποίες αποτελούνται από τη μητέρα και τα μικρά των δύο τελευταίων ετών. Είναι δυνατόν να ενωθούν δύο και περισσότερες τέτοιες ομάδες και να σχηματίσουν κοπάδια. Η ιεραρχία είναι καθορισμένη, αρχηγός του κοπαδιού είναι η γηραιότερη θυληκιά. Τα αρσενικά  που είναι μεγαλύτερα των δύο ετών σχηματίζουν μικρές ομόφυλες ομάδες, ενώ τα γηραιά αρσενικά ζουν μόνα τους (Μονιάδες). Οι ομάδες αυτές διατηρούν περιοχές επικράτειας και τις εγκαταλείπουν μόνο σε περιόδους έλλειψης τροφής. Οι περιοχές αυτές δεν είναι αυστηρά καθορισμένες και υπάρχει αλληλοκάλυψη. Το μέγεθος αυτών ποικίλει ανάλογα με τα διαθέσιμα τροφής. 
Το αγριογούρουνο όταν δεν ενοχλείται, κινείται κατά τις πρωινές, απογευματινές και βράδυνες ώρες, ενώ σε περιόδους έντονης διαταραχής π.χ. κυνήγι, γίνεται νυκτόβιο.
Για την εξεύρεση της τροφής είναι δυνατόν να διανύσει  περισσότερα από 80 χιλιόμετρα. Μετακινείται περπατώντας, τροκάροντας, καλπάζοντας ή κολυμπώντας Κατά την κίνηση τα άτομα του κοπαδιού κινούνται το ένα πίσω από το άλλο, οπότε γίνεται δύσκολη η καταμέτρησή τους από τα ίχνη.
Μία από τις χαρακτηριστικές συνήθειες του αγριογούρουνου είναι τα λασπόλουτρα. Με τα λασπόλουτρα απαλλάσσεται από τα παράσιτα και εμπλουτίζει το δέρμα του με διάφορα ορυκτά άλατα και ιχνοστοιχεία που περιέχονται στη λάσπη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να επιλέγει συγκεκριμένες θέσεις για λασπόλουτρα και να διανύει ακόμη και αρκετά χιλιόμετρα για να τις προσεγγίσει. Μετά το λασπόλουτρο πηγαίνει στα κοντινά δέντρα και τρίβεται.
Άλλο χαρακτηριστικό του αγριογούρουνου επίσης είναι το ξύσιμο και η αποφλοίωση των κορμών των δέντρων για τη σήμανση και πιστοποίηση της κατοχής της περιοχής του.

Αναπαραγωγή

Είναι είδος  πολυγαμικό. Η περίοδος  οργασμού ξεκινάει στα τέλη Δεκεμβρίου και τελειώνει στα τέλη Ιανουαρίου. Η διάρκεια του οργασμού των θηλυκών διαρκεί 48 ώρες. Την περίοδο αυτή τα  αρσενικά προσεγγίζουν τα κοπάδια των θηλυκών. Μετά από σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ των σεξουαλικά ώριμων αρσενικών, όχι όμως θανατηφόρες λόγω του υπερβολικά σκληρού δέρματος των ώμων και των πλευρών, τα πιο ισχυρά συγκροτούν τα χαρέμια. Το χαρέμι ενός  αρσενικού  συνήθως περιλαμβάνει  μέχρι 8 θηλυκές. Στις πρωτότοκες θηλυκές  η κυοφορία διαρκεί 114-130 μέρες ενώ στις ώριμες  133-140. Ο αριθμός των μικρών κυμαίνεται από  3-10. Σε δάση οξυας και δρυοδάση σε  έτη πληροκαρπίας τα αγριογούρουνα γεννούν κατά μέσο όρο 6 μικρά ενώ σε έτη ακαρπίας  κατά μέσο όρο 3.1 μικρά. Το θηλυκό για να γεννήσει απομακρύνεται από την ομάδα και κατασκευάζει μια υποτυπώδη φωλιά. Τα μικρά γεννιούνται με ανοιχτά μάτια και μετά από λίγο στέκονται στα πόδια τους. Την πρώτη εβδομάδα της ζωής τους απαιτούν προστασία από το ψύχος, γι’αυτό και παραμένουν στη φωλιά. Ο θηλασμός διαρκεί 2-3 μήνες. Τα μικρά γεννιούνται με κοκκινωπό χρώμα και ανοιχτόχρωμες ραβδώσεις για να προσαρμόζονται με το περιβάλλον, στους 6 μήνες το χρώμα τους γίνεται καφέ και με τη συμπλήρωση του πρώτου έτους αποκτούν το χρωματισμό των ενήλικων. Στην ηλικία των 6 περίπου μηνών γίνονται ανεξάρτητα. Η θνησιμότητα των νεογνών είναι μεγάλη, ιδίως τους πρώτους μήνες της ζωής τους, και μπορεί να φτάσει το 40-50%. Αυτή οφείλεται στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, στην αρπακτικότητα  και στα παράσιτα. Τα θηλυκά είναι  ώριμα για αναπαραγωγή στην ηλικία του ενός έτους, ενώ τα αρσενικά στους 18 μήνες με 2 χρόνια. Είναι όμως δυνατό σε χρόνια με ευνοϊκές συνθήκες διατροφής το 50% των θηλυκών κάτω του ενός έτους να αναπαραχθούν.
Τα αρσενικά κατά την περίοδο της αναπαραγωγής, λόγω της έντονης σεξουαλικής δραστηριότητας  χάνουν μέχρι 20% του βάρους τους. 
Σε ευνοϊκές περιόδους μπορεί να έχουμε δύο γέννες το χρόνο, μία τον Ιανουάριο –Φεβρουάριο και μία τέλος Ιουλίου με αρχές Αυγούστου.(Παπαγεωργίου 1990)
Η μεταβολή των πληθυσμών του αγριογούρουνου σε σχέση με τη διαδοχή των φυτοκοινωνιών
Ο πολύπλοκος οριζόντιος διαμελισμός, η ορεογραφική διαμόρφωση, η ακτογραφία και η παρουσία του νησιώτικου κόσμου επηρέασαν αποφασιστικά την Ελληνική ιστορία. Πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες απέδειξαν ότι από την προκεραμική περίοδο η μικρή σε έκταση καλλιέργεια της γης και η κτηνοτροφία αποτελούσαν τη βάση της διατροφής του πληθυσμού σχεδόν σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Επίσης πρόσφατες έρευνες ιστορικής εξέλιξης της βλάστησης αποκάλυψαν ότι από την αρχή της πρώτης π.χ χιλιετηρίδας, ισχυρές ανθρωπογενείς επιδράσεις ( εκχερσώσεις, πυρκαγιές, ληστρικές υλοτομίες, υπερβόσκηση κλπ.) έχουν λάβει χώρα στον ελλαδικό χώρο.
Επομένως μπορεί κανείς να υποστηρίζει ότι η αρχή της αλλοίωσης της εικόνας της ελληνικής βλάστησης ξεκινά από την προϊστορική περίοδο και παρουσιάζει την πλήρη έμφαση της από την αρχή της πρώτης π.χ. χιλιετηρίδας και μετέπειτα. Οι αλλοιώσεις αυτές έχουν επιφέρει τόση μεταβολή στη βλάστηση μας ώστε σήμερα μια αναπαράσταση της να είναι προβληματική αν όχι αδύνατη. Για τρεις χιλιάδες χρόνια οι βιότοποι του αγριογούρουνου καταστρέφονται από την επίδραση ανθρωπογεννών επεμβάσεων, με αποτέλεσμα την προοδευτική μείωση των πληθυσμών του.
Όμως ευτυχώς για το αγριογούρουνο οι φυτοκοινωνίες δεν παρουσιάζουν κάτι το στατικό αλλά αντίθετα βρίσκονται κάτω από μια σταθερή εξέλιξη. Η διάρκεια της διαδοχής των δασικών οικοσυστημάτων μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Είναι συχνές οι γρήγορες  διαδοχές που διαρκούν μερικά έτη έως και μερικές δεκαετίες αλλά επίσης συχνές είναι και οι διαδοχές που γίνονται με αργό ρυθμό και διαρκούν πολλές δεκαετίες καθώς και εκείνες που διαρκούν ολόκληρους αιώνες.
Ένα κλασσικό παράδειγμα γρήγορης διαδοχής έχουμε στη Ροδόπη όπου τα αρχικά υποβαθμισμένα οικοσυστήματα των λιβαδιών διαδέχεται η δασική Πεύκη η οποία με τη σειρά της αντικαθίσταται από την ερυθρελάτη. Το τελικό όμως οικοσύστημα της οξυάς-ελάτης-ερυθρελάτης χρειάζεται πολλές δεκαετίες για αποκατασταθεί. Η Ροδόπη είναι από τους καλύτερους βιότοπους του αγριογούρουνου στην Ελλάδα. 
Η αλληλουχία των φυτοκοινωνιών που παρουσιάζεται σε ένα ορισμένο τόπο με την πάροδο του χρόνου καλείται διαδοχή. Η τελική φυτοκοινωνική ένωση "κλίμαξ" και οι διαρκείς φυτοκοινωνίες αποτελούν τις λεγόμενες τελικές φυτοκοινωνίες μιας περιοχής, ενώ αντίθετα αυτές που πρωτοεμφανίζονται πάνω σε γυμνές εκτάσεις καλούνται πρόδρομες ή πρόσκοπες φυτοκοινωνίες(Ντάφης  1986).
Τα αίτια που προκαλούν τις διαδοχές των οικοσυστημάτων μπορεί να είναι διάφορα. Έχουμε τα εσωτερικά αίτια που δημιουργούνται από το ίδιο το οικοσύστημα (προοδευτική βελτίωση του εδάφους κτλ), καθώς τα ετερογενή αίτια, τα τελευταία προκαλούν απότομες ή βαθμιαίες μεταβολές του περιβάλλοντος. Ετερογενείς διαδοχές δημιουργούνται π.χ κατά τη βαθμιαία πρόσχωση από φερτό υλικό ποταμών ή χειμάρρων, κατά την επιφανειακή διάβρωση και παράσυρση του εδάφους κατά τη βαθμιαία πτώση ή ανύψωση της στάθμης των υπόγειων υδάτων κ.τ.λ.
Συνηθέστερες είναι οπισθοδρομικές διαδοχές (δηλαδή αυτές που οδηγούν σε προηγούμενα στάδια εξέληξης από τα κανονικά ή τα αναμενόμενα) οι οποίες οφείλονται σε ανθρώπινες επιδράσεις όπως η απόληψη χορτονομής, η βόσκηση, η υλοτομία κ.τ.λ. Οι διαδοχές αυτές ονομάζονται και ανθρωπογεννείς.
Εντούτοις όμως για την εξέλιξη, προοδευτική ή οπισθοδρομική των οικοσυστημάτων έχει μεγαλύτερη σημασία αν η επίδραση από τα αίτια είναι βαθμιαία και συνεχείς ή απότομη , αν εμφανίζονται μόνο μια φορά ή επαναλαμβάνονται περιοδικά.
Παράλληλα με την εξέλιξη ή διαδοχή των οικοσυστημάτων γίνεται και μια διαδοχή στις οικολογικές φωλιές. Οι διαδοχές αυτές δημιουργούνται με την αντικατάσταση, με το πέρασμα του χρόνου, του πληθυσμού ορισμένων οργανισμών με τους πληθυσμούς άλλων με συνέπεια τη μεταβολή των οικολογικών φωλιών. Αυτό συμβαίνει στα πουλιά και τα θηλαστικά. Η διαδοχή των αραιών θαμνολίβαδων σε πιο πυκνές και σταθερές φυτοκοινωνίες αυξάνει και ενοποιεί τους βιοτόπους του αγριογούρουνου στην ελληνική ύπαιθρο.
Από οικολογική άποψη τα θαμνολίβαδα μπορεί να είναι σταθερές (κλιμακικές) ή διαδοχικές (σε εξέλιξη) φυτοκοινότητες. Στην Ελλάδα, τα κλιμακικά  θαμνολίβαδα είναι ελάχιστα και περιορίζονται στις ξηροθερμικές περιοχές ή στην ψευδαλπική ζώνη. Αντίθετα, η πλειονότητα των θαμνολίβαδων ανήκει στην κατηγορία των διαδοχικών φυτοκοινοτήτων, που προήλθαν από δάση μετά την υποβάθμιση τους από λαθροϋλοτομίες, πυρκαγιές ή υπερβόσκηση. Η συνολική έκταση των θαμνολίβαδων στην Ελλάδα εκτιμάται ότι είναι 7,75 εκατομμύρια στρέμματα που είναι μεγάλο ποσοστό της συνολικής έκτασης(Παπαναστάσης, Νοϊτσάκης 1992). Αντιλαμβανόμαστε την ευνοϊκή επίδραση που θα έχει στους πληθυσμούς του αγριογούρουνου αν ένα μεγάλο μέρος από αυτές τις εκτάσεις σταδιακά και με την πάροδο του χρόνου μετατραπούν σε δάση πλατύφυλλων ή σε μικτά δάση.
Τις τελευταίες δεκαετίες και ιδιαίτερα μετά το 1950 ο ορεινός και ημιορεινός πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε και εξακολουθεί να μειώνεται σημαντικά για κοινωνικοοικονομικούς λόγους. Με τη μείωση αυτή, περιορίζεται συνεχώς και ο αριθμός των κτηνοτροφικών ζώων. Αποτέλεσμα του περιορισμού των ζώων και ιδιαίτερα των γιδιών, είναι να υποβόσκονται τα θαμνολίβαδα. Τότε σε όσα από αυτά επικρατούν ευνοϊκές κλιματεδαφικές συνθήκες, όπως εξηγήσαμε παραπάνω, τα θαμνολίβαδα με αργούς ή γρήγορους ρυθμούς εξελίσσονται σε φυτοκοινωνίες που τώρα πλέον προσφέρουν τροφή, κάλυψη, θέσεις για φωλεοποίηση και λασπόλουτρα στο αγριογούρουνο. Εφόσον αυξάνεται με το χρόνο η έκταση και η ποιότητα των βιοτόπων του αγριογούρουνου είναι φυσικό να αυξάνεται προοδευτικά και ο αριθμός τους.
Πέρα από την μείωση του αριθμού των κτηνοτροφικών ζώων κάποιες άλλες ανθρωπογεννείς επιδράσεις άρχισαν να το ευνοούν: έτσι λοιπόν η ανάγκη αύξησης του γεωργικού κλήρου για εξασφάλιση γεωργικού εισοδήματος από τους αγρότες της χώρας μας έχει οδηγήσει στη μετατροπή πολλών ημιορεινών και ορεινών λιβαδικών εκτάσεων σε γεωργικές. Η μετατροπή  αυτή άρχισε με την εισαγωγή των μηχανικών μέσων στη γεωργία και συνεχίζεται ακόμα και σήμερα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να βρίσκει το αγριογούρουνο εκλεκτή τροφή κυρίως κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου. Δείχνει μεγάλη προτίμηση στις καλλιέργειες των δημητριακών(ιδιαίτερα του καλαμποκιού), καθώς της πατάτας και του παντζαριού. Πράγμα που αποδεικνύεται από τις εκτεταμένες καταστροφές που προκαλεί σε αυτές τις καλλιέργειες.
Σήμερα το αγριογούρουνο μπορεί να ευνοείται από την ελάττωση της παραδοσιακής νομαδικής κτηνοτροφίας, από την πάταξη της ανεξέλεγκτης κλαδονομής και λαθροϋλοτομίας που ασκούσαν οι κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου, όμως συνεχίζουν να απειλούν το βιότοπο του σε μεγάλο βαθμό με καταστροφή και διάσπαση οι πυρκαγιές, οι εκτεταμένες εκχερσώσεις για οικοπεδοποίηση, η διάνοιξη δασικών δρόμων και σύγχρονων οδικών κόμβων.

Πηγή : Δ' Κυνηγετική Ομοσπονδία Στερεάς Ελλάδος

Facebook Comments Box