Αρχική iHunt.gr Γιατί ρε Hardαλιά;

Γιατί ρε Hardαλιά;

από iHunt Team

Ποιος Αγγελέτος, ποια Μπιρμπίλη και ποιος Τσιρώνης. Μια χαψιά τους έκανε στο πρωινό τους οικολόγους ο “Nick the Hard” Χαρδαλιάς. Μαζί με το κυνήγι και τους κυνηγούς.

Και έμεινε ο φίλος μου ο μπάρμπα Μήτσος να κλαίει την τύχη του και να μη μπορεί να βρεί και έναν ακόμη άνθρωπο να πεί τον πόνο του. Σε ποιόν να τον πεί, στη μπάμπω του που πανηγυρίζει επειδή ο Χαρδαλιάς του έκοψε το κυνήγι?

Αυτό και αν είναι από τα Άγραφα. Από το Στεφάνι Τρικάλων, για την ακρίβεια, υψόμετρο 1350 μέτρα.

Οι δυο τους είναι οι μόνοι κάτοικοι στο χωριό. Και για να μη κολλήσουν κορονοιό ο σκληρός Νικ, που κόβει πιο γρήγορα και από τη σκιά του, τους κλείνει στο σπίτι τους. Ας ακούσουμε τον μπάρμπα Μήτσο και τον πόνο του.

«Εν πρώτης να συστηθώ. Ο μπάρμπα Μήτσιους, μι τ’ όνομα, είμι, 80 ιτών παλληκάρ’, εξ Στιφάν’ Τρικάλων. Δεν θα του ξέρ’ς του Στιφάν’ Νίκου μ’.

Άιντε όμως κι του βρίκις στου χάρτ’. Για κάμι πως έρχισι μι αυτουκίν’του. Αν του βρείς, γράψι μι κι μένα να του ειπώ κι στ’ άλλους που μας ψάχνουν, πως μας βρίκεις. Που να μας βρεί αυτός ου κουρνογιός ρε Νίκου, ιδώ απάν’ ιμείς είμαστι χαμέν΄ κι απ΄ του Θεό.

Γιατί μπρέ Χαρδαλιά? Γιατί μπρέ Νίκου ? Γιατί μπρέ μι τόκαμις αυτό? Τι σ’ έκαμα ου έρμους?

Κι σ’ είχα ση μιγάλ’ υπόληψιν. Καλά τα έλιγεις μέχρι τώρα, αλλά δεν σι άκουγαν, αυτά τα βαρημένα που χτυπιούνταν και ταρακουνιούνταν μι ντάμπα ντούμπα όλη νύχτα μι του πουτήρ στου χέρ’, για όταν αραδιάζουνταν όλ’ μέρα ου ένας ουπάν στουν άλλου για να πιούν καφέ. Μάστα τα ανυπρόκουπα κι στρώστα στη δλειά. Μι τ’ φούρκα, αφού δεν παίρνουν απου λόγια. Δεν τόκαμις. Κακώς.

Άφκις και τ’ς μπάμπις να μαζώνουντι στ’ς ικκλισιές, ν’ αγκαλιάζουντι και να φλιούντι σαν να ίφιβγαν μι του βαπόρ στ’ν Αμερική και τις μάζουξι μιτά ο παπάς με τις κάσεις. Μάσ’ τις μπάμπις, σφάλνα τ’ς ικκλισιές, μάζουξι τις παπάδεις, που θάρσαν ότι δεν κολούν τον κουρνογιό και θα αρχίσουν να τους μαζών κι αυτούς μι τ’ς κάσεις σι λίγου, να σ’ ειπώ χίλια μπράβου. Δεν τόκαμις κι αυτό. Κακώς κι πάλι.

Νίκου μ’, ιμείς ιδώ στου Στιφάν, λιφουρία να στριμώχνουμάστι δεν έχουμι

Μπακάλ’κα τρανά, να σπρώχνουμάστι στου ταμείου, δεν έχουμι. Φαρμακίου κι γιατροί να παγιένουμι, δεν έχουμι, ούτε ικκλισιά αν’χτή δεν έχουμι. Καφενίου δεν έχουμι, ούτε αυτού του ντιλιβέρ που φέρν΄ τ’ς καφέδις έχουμι, η μπάμπου μι τουν φέρν’ τουν καφέ. Μαγαζιά μι ρούχα κι παπούτσια να πλούν, δεν έχουμι, ούτε φούρνου για ψουμί. Πλατεία κι παραλία να σιργιανούμι κατά ιδώ κι κατά κεί σαν τους χαζοί , δεν έχουμι.

Ιλιές να μαζώνουμι δεν έχουμι, απ’ λέν στην τηλεόραση ότι μπορούμι να μαζώξουμι, άιντε κανά κάστανου που απόμκι, απού δεν τόφαγαν τα γρούνια τα’ άγρια, μπορεί να μάσουμι. Αλλά πρέπει να βγούμι απ’ του σπίτ΄ για να πάμι στ’ς καστανιές.

Λαγούς, περδίκεις, τσιαρτσιάρεις, φάσεις, μπικάτσεις, αγριογούρνα, έχουμι πουλλά Νίκου μ’. Κι αλεπές κι ζλάπια, που τα’ άφ’καν αυτοί οι μουροί που τρών μόν’ χουρτάρια, έχουμι πουλλά. Μας τρών κι τ’ς κότις κι πρέπ΄ να τα φυλάγου μι του δίκανου.

Κι ζαγάρια έχου, δυό, φουτιά είνι τ’ άτιμα άμα τα ιδείς. Δεν είνι άλλου σκλί στου χουριό Νίκου, ούτι καν καένας άλλους άνθρουπους ζάει. Μόν΄ ιγώ κι η μπάμπου μ’. Ιμείς οι δυό είμιστι, και τα ζαγάρια μ’ , σ’ όλου του χουριό.

Κι δεν μπουρώ μπρε Νίκου να πάρου τα ζαγάρια και του δίκανου κι να βγω να σιργιανίσου αντάμα τη χαραή, απ΄ τ’ σπίτ’ μέχρι του χουράφ’ μι τ’ς καστανιές?

Η μπάμπου μι περιγιλάει κι μ’ λέει , χουρίς του όπλου μπουρείς να παέν΄ς.. Κι μι τα σκυλιά μόνου μπορείς, τάχα για να τα βγάλ’ς βόλτα τα σκλιά, αλλά να πάρ΄ς πρώτα τηλέφουνου τουν Χαρδαλιά, μι λέει, κι να τουν ιπείς που παέν’ς. Κι άμα δεν του κάμου έτσ’, θα φουνάξ’ τ΄ν αστυνουμία να μι μαζώξ’. Μι του φιλάει απού δεν την άφκα να παέν του Πάσχα στου μνημόσυνου τ’ς αδερφής της. Και δεν φτάν που την γλύτουσα, όλες τις ζουρλέγκεις τις μάζουξιν ου χάρους ύστιρα, έτσ’ ιά πως φλιούνταν, τώρα μι του γυρνάει κι του μουαμπέτ’.

Αλήθεια είνι μπρέ Νίκου? Μπουρώ να βγώ μι τα σκλιά βόλτα αλλά άμα πάρου κι του όπλου δεν μπουρώ? Κι πρέπ’ να έχου κι χαρτί γραμμένου ότι πάου για κάστανα?

Καλά ντίπ σιουρντούκουψαν αυτούνοι που στα γράφουν αυτά? Σι ποιόν μπρέ να του δείχνου του χαρτί? Αφούν δεν είν΄ καένας ιδώ απάν. Θα μι πιργειλούν οι αλεπές κι οι λαγοί με τα χαρτιά κι τις βόλτις μι τα σκλιά χουρίς του όπλου.

Νίκου, ισύ μι φέν’σι σουβαρός. Μάστους αφτούνους που στα έγραψαν αυτά και στείλτους να μαζώνουν κάστανα, ιλιές κι βρούβις. Στου Στιφάν μπρέ Νίκου, που ίμι μόναχους όλ’ μέρα κι νύχτα, κι μι απαγουρέβ’ς του κυνήγ’ κι να κουβαλώ μαζί μ’ του δίκανου όταν σιργιανώ μι τα σκλιά?

Ουρέ θα μας περ’γειλούν και οι γκαβές οι αλεπές. Του όπλου μπρέ Νίκου θα μη κουλήσει αυτούνο τον κουρνογιό? Να του πασαλείψω μι ρακί τότις να καθαρίσ’ ένα κι ένα.

Αμ αν είνι να κουλάει του όπλου κορνογιό, τότις και στου σπίτ’ μέσα θα μι κουλήσ’. Τι να κάνου Νίκου? Να του τσακίσ’ για προυσάναμα στ’ σόμπα ? Κι η κάν’?

Ιγώ θα βγώ μι του δίκανου κι ότι θέλ΄ ας γίνει. Τηλέφουνου δεν σι πέρνου, χαρτί θα γράψου όμως ότι παένου για κάστανα, μι όπλου και σκλιά. Δεν θα αφήκου τις αλεπές να μι τρών τ’ς κότεις, κι να μι περ’γειλούν κιόλας.

Αν σι πάρ’ καμιά μπάμπου μουρή τηλέφουνου κι φουνάζ’ να μι μαζώξουν, η θκιά μ’ ίνι. Στου λέου να του ξέρ’ς απ’ τα πρίν.

Αν μπουρείς, μάστην κι αυτή μαζί μι τ’ άλλα τα ζαβά και σφάλνα τους όλ’ς, σι κανά ξινουδουχείου τρανό κι μιτά πέτα του κλειδί στου πηγάδ’.

Να γλυτούσουμι Νίκου απ’ έμπλιξάμι..Νίκου σώσι μας…Απ τουν κουρνογιό θα γλυτώσουμι, απ΄τ’ς μουροί δεν μπορούμι….»

Τι να πώ εγώ?. Τα είπε όλα ο μπάρμπα Μήτσος. Νίκο σώσε μας.

Le Chasseur

 

Print Friendly, PDF & Email

Αφήστε ένα σχόλιο

* Χρησιμοποιώντας αυτό το έντυπο συμφωνείτε με την αποθήκευση και χειρισμό των δεδομένων σας από αυτόν τον ιστότοπο.

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στο ihunt.gr. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας Αποδοχή Περισσότερα