Αρχική iHunt.gr Εάν όλοι οι Έλληνες εγίνοτο κυνηγοί, τα πράγματα της Πατρίδος θα επήγαιναν ασυγκρίτως καλλίτερα…..

Εάν όλοι οι Έλληνες εγίνοτο κυνηγοί, τα πράγματα της Πατρίδος θα επήγαιναν ασυγκρίτως καλλίτερα…..

από iHunt Team

Αγαπώ ιδιαιτέρως τους κυνηγούς, όταν είνε φιλότιμοι άνθρωποι. Φιλότιμος δε κυνηγός είνε, ως γνωστόν, όχι εκείνος που σκοτώνει τα περισσότερα πουλιά, αλλά εκείνος που στέλνει τα περισσότερα εις τους φίλους του. Θα μ’ ερωτήσετε ίσως : Ποιάν υποχρέωσιν έχουν οι κυνηγοί να ενθυμούνται τους φίλους των; Μεγάλην! Οι φίλοι των κυνηγών υφίστανται όλον τον χρόνον την ακρόασιν των κατορθωμάτων τους Είνε υποχρεωμένοι να πληροφορούνται συνεχώς πράγματα ακατανόητα δι’ αυτούς. Να μαθαίνουν ήθη και έθιμα πτερωτών, των οποίων τα ονόματα ακούν δια πρώτην φοράν εις την ζωήν τους και τα οποία δεν είδαν ποτέ με τα μάτια τους, ιδιοτροπίας σκύλων και τουφεκιών, μυστικά ακατάληπτα της τέχνης των Νεμρώδ, πράγματα τέλος πάντων που είνε προωρισμένα να λησμονηθούν, δύο λεπτά μετά το ακούσιον μάθημα. Και επί πλέον να υφίστανται, δια χιλιοστήν φοράν, το χθεσινόν χαριέστατον ανέκδοτον, το οποίον είνε τόσο παλαιόν, όσο και ο κόσμος. Τι περιμένουν απέναντι όλων αυτών των θυσιών; Ολίγα ζευγάρια ορτύκια εις τον καιρόν τους.

Όπως είπα όμως υπάρχουν και φιλότιμοι κυνηγοί, οι οποίοι έχουν συνάισθησιν των υποχρέωσεών των προς τα ανθρώπινα θύματα των και τους οποίους αγαπώ ιδιατέρως. Ένας από αυτούς μου έστειλε προ ημερών πέντε παχύτατα ορτύκια συνοδευμένα με το σύντομον επίγραμμα : «Ανθ’ ων υπέφερες». Πόσα δεν μου είπε ο ωραίος αυτός Λακωνισμός! Πόσες ώρες δεν μου ενθύμισεν υπό την σελήνην και υπό τα άστρα, ώρες που εκείνος έλεγεν, έλεγεν, έλεγεν και εγώ άκουα, άκουα, άκουα. Με είχε περιφέρει ο άθλιος εις όλα τα βουνά της Ελλάδος, με είχε κάμει να σκαρφαλώσω κατσάβραχα, με είχε δέσει από την ουράν του σκύλου του -τι μοναδικό σκυλί αλήθεια- εις ένα φερμάρισμα ατελείωτον, με είχε ξεκουφάνει με τας συμπυροκροτήσεις ολόκληρου πυροβολικού, καταδιώκοντος μιαν τσίχλαν και, ότι χιλιάδες σκάγια μου ετριβέλιζαν τον εγκέφαλόν μου. Επί τέλους μου έστειλε πέντε ορτύκια απέναντι του μαρτυρίου που υπέφερα; Είνε τάχα εξόφλησις του παλαιού μας λογαριασμού; Πολύ φοβούμαι ότι είνε το άνοιγμα ενός νέου. Διότι δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι αγαπητός μου κυνηγός θα επανέλθη δριμύτερος.

Ομολογώ εν τούτοις, ότι αυτήν την φοράν θα τον περιμένω με ανοικτάς αγκάλας. Γνωρίζω εκ των προτέρων τι θα έχη να μου διηγηθή. Είνε μια ιστορία, την οποίαν μου είχε διηγηθή κάποτε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, εις τον οποίον την είχε διηγηθή ο παππούς του, εις το οποίον την είχε διηγηθή πάλιν ο προπάππος του, του οποίου οι απώτατοι πρόγονοι την είχαν ακούσει από τα ίδια χείλη του Νεμρώδ. Αυτήν την παλαιάν ιστορίαν θα μου διηγηθή και πάλιν ο αγαπητός μου κυνηγός.
Ο σκύλος του έβγαλεν ένα τρυγόνι. Ένας άλλος κυνηγός το εχτύπησε στο φτερό από το γειτονικόν δένδρον. Τζίφος! Το τρυγόνι επέρασεν πάνω από το κεφάλι του άτρωτον. Μπαμ, μπουμ, ένας τουμπλές και παρ’ το κάτω! Ο σκύλος του το άρπαξε μακρυά, καθώς έπεφτε, με φτερούγες τσακισμένες. Αλλά ιδού αμέσως ο άλλος κυνηγός, διεκδικών το θήραμα! Αυτή είνε συνειθισμένη κακοήθεια. Δεν αξίζει όμως να πιάσει καυγά, για ένα τρυγόνι. Τον άφησε να το πάρη!… Αυτήν την ιστορίαν, που είχε διηγηθή το πάλαι ο Νεμρώδ, θα μου ξαναδηιγηθή ο αγαπητός μου κυνηγός. Αλλά δεν θα μου ομιλήση ούτε περί Πολιτικής, ούτε περί Στρατηγικής, ούτε περί των Οικονομικών του Κράτους εν σχέσει προς το Δάνειον. Το θεωρείτε μικράν ευτυχίαν αυτό;

Οι κυνηγοί, και όταν ακόμη είνε φιλότιμοι, και όταν δεν στέλνουν ορτύκια εις τους φίλους των, είνε λαμπροί άνθρωποι. Δεν ενδιαφέρονται δια τίποτε άλλο εις τον κόσμον αυτόν, εκτός από το κυνήγι των. Και εις τον αιώνα αυτόν της τρομεράς πολυπραγματοσύνης αποτελούν μια ωραίαν εξαίρεσιν. Είνε οι ιδανικοί πολίται και οι ιδανικοί σύζυγοι. Εάν όλοι οι Έλληνες εγίνοτο κυνηγοί, τα πράγματα της Πατρίδος θα επήγαιναν ασύγκριτως καλλίτερα και τα διαζύγια θα κατηργούντο εις την Ελλάδα.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ – Εφημερίδα Εστία – 5 Σεπτεμβρίου 1921

Ο Νεμρώδ ήταν ιδρυτής της δυναστείας των Βαβυλωνίων και απόγονος (δισέγγονο;) του Νώε, ένας από τους αρχικούς χτίστες του πύργου της Βαβέλ και δεινός κυνηγός.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Παύλος Νιρβάνας είναι γνωστός ο λογοτέχνης Πέτρος Κ. Αποστολίδης. Ο πατέρας του, έμπορος Κωνσταντίνος Αποστόλου Κουμιώτης, ήταν από την Σκόπελο και η μητέρα του, Μαριέττα Ιωάννου Ράλλη, από τη Χίο[7]. Γεννήθηκε στην Μαριούπολη της Ρωσίας (σήμερα ανήκει στην Ουκρανία) το 1866 και πέθανε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 1937.

Ο Παύλος Νιρβάνας εξέδωσε πολλές ποιητικές συλλογές και δημοσίευσε πολλά χρονογραφήματα σε εφημερίδες. Διατηρούσε στενούς δεσμούς με αρκετούς λογοτέχνες της εποχής του και συνέβαλε στην ανάδειξη νεότερων λογοτεχνών π.χ. Ιωάννης Κονδυλάκης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Νίκος Καββαδίας[8]. Τον συνέδεε αδελφική φιλία με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Λογοτεχνικά, τοποθετείται στον κύκλο του Κωστή Παλαμά. Επηρεάζεται από τον αισθητισμό και το συμβολισμό, καθώς και από το φιλόσοφο Νίτσε. Η πεζογραφία του διέπεται από ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία, ενώ γλωσσικά ξεκίνησε από καθαρεύουσα και κατέληξε στη δημοτική γλώσσα. Ο Τέλος Άγρας έγραψε πως “η ηθογραφία του είναι τραγική και αποκλίνει προς το ζωηρό λυρισμό, όταν δεν τρέπεται προς τον πραγματικό σαρκασμό”, ενώ ο Κώστας Ουράνης ανέφερε πως “ακόμη και το χιούμορ του το χρησιμοποιεί για να προκαλέσει μειδίαμα και όχι για να καυτηριάσει [9].

Υπήρξε φίλος με τον Λευκαδίτη ζωγράφο Απόστολο Χαμοσφακίδη, στον οποίο προσέδωσε το χαρακτηριστικό καλλιτεχνικό ψευδώνυμο “Λευκάδιος”.

Το 1923, βραβεύτηκε για το λογοτεχνικό του έργο με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ το 1928 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε από βρογχοπνευμονία στο Μαρούσι το 1937.

Έργα
Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1884, όταν εξέδωσε την πρώτη ποιητική του συλλογή και άρχισε να δημοσιεύει χρονογραφήματα στις εφημερίδες Άστυ, Ακρόπολη και από το 1905 στην Εστία με το ψευδώνυμο Κύριος Άσοφος[7]. Πήρε επίσης μέρος στην έκδοση του σατιρικού περιοδικού Αθήναι.

Ασχολήθηκε με πολλά είδη γραπτού λόγου, όπως διηγήματα, ποιήματα, μυθιστορήματα, δράματα, κριτικές μελέτες, δοκίμια, θεατρικά έργα, χρονογραφήματα και τη «Γλωσσική Αυτοβιογραφία», ενώ ασχολήθηκε και με τη μετάφραση.

Ένα από τα χρονογραφήματά του, το Η βιβλιοφιλία των Ελλήνων ή πόνος ψυχής πρωτοδημοσιεύτηκε στη εφημερίδα «Εστία» το 1950 και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα για τους μαθητές των τότε Γυμνασίων.

Δάφναι εις την 25ην Μαρτίου 1821 (1884)
Η φιλοσοφία του Νίτσε (1898)
Γλωσσική Αυτοβιογραφία (1905)
Παγά Λαλέουσα (1907)
Ο αρχιτέκτων Μάρθας (1907)
Το χελιδόνι (1908)
Μαρία Πενταγιώτισσα (1909)
Όταν σπάση τα δεσμά του (1910)
Το συναξάρι του παπα-Παρθένη (1915)
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1916)
Η ηθική επίδρασις της επαναστάσεως (1923)
Το αγριολούλουδο (1924)
Ξενιτιά (1925)
Το έγκλημα του Ψυχικού (1928)
Εκλεκτές Ιστορίες (1930)
Ένας ίσκιος στη νύχτα (1934)

Print Friendly, PDF & Email

Σχετικά Άρθρα

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στο ihunt.gr. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας Αποδοχή Περισσότερα