Αρχική iHunt.gr Εξώδικο του Κ.Σ. Θεσσαλονίκης στον Νίκο Χαρδαλιά

Εξώδικο του Κ.Σ. Θεσσαλονίκης στον Νίκο Χαρδαλιά

από iHunt Team

Εξώδικη δήλωση απέστειλε ο Κυνηγετικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης στον υφυπουργό πολιτικής προστασίας κ. Νίκο Χαρδαλιά.

Πιο συγκεκριμένα :

ΕΝΩΠΙΟΝ
ΠΑΝΤΟΣ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΡΧΗΣ
ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ- ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ-ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

​Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Κυνηγετικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης» που εδρεύει στον Δήμο Θεσσαλονίκης, επί της Οδού Αμύντα αρ. 7, όπως νόμιμα εκπροσωπείται δια του Προέδρου αυτού κ. Δημητρίου Παντελάκη.

ΠΡΟΣ

​Τον κ. Υφυπουργό Πολιτικής Προστασίας και Διαχείρισης Κρίσεων Νικόλαο Χαρδαλιά, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα.

​Κοιν. Προς :
​κ. Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κ Κων/νο Σκρέκα.
​κ. Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, κ Μιχαήλ Χρυσοχοίδη.
​κ. Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ Σπήλιο Λιβανό

​Αξιότιμε Κύριε Υπουργέ,

​Μετά λύπη μας διαπιστώσαμε ότι οι εξαγγελίες σας την 15η Ιανουαρίου 2020 για τη διατήρηση σε αναστολή της κυνηγετικής δραστηριότητας, επαληθεύτηκαν και επιβεβαιώθηκαν με την με αριθ. Δ1α/ΓΠ.οικ. 3060/16.01.2021 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ ΄Β 89/16.01.2021) που εκδόθηκε με θέμα : «Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού (COVID-19) στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021 και ώρα 6:00».

​Η Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος, οι ομοσπονδίες μας και οι σύλλογοι σε όλη την επικράτεια, ήδη και από τα μέσα του έτους 2020, εισηγήθηκαν συγκεκριμένες και κατά κοινή ομολογία άμεσα υλοποιήσιμες προτάσεις προς την Κυβέρνηση για τη δημόσια υγεία, έτσι ώστε, με ασφαλείς όρους να μπορούμε να ασκήσουμε τη δραστηριότητά μας. Εισακουστήκαμε, και προς τούτο, η κυνηγετική περίοδος 2020-2021, άνοιξε κανονικά χωρίς προβλήματα, τηρώντας φυσικά όλα τα μέτρα που είχαν προβλεφθεί. Εντελώς ξαφνικά και χωρίς καμία αιτιολογία, την 6η Νοεμβρίου 2020, τέθηκε εκ νέου σε αναστολή η άσκηση θήρας και αλιείας, τουλάχιστον μέχρι και την 25η Ιανουαρίου 2021, σε αντίθεση με τα μέτρα που εφαρμόστηκαν σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη και τα οποία σας είναι γνωστά, ως εκ τούτου, παρέλκει στην παρούσα οιαδήποτε περαιτέρω αναφορά. Το άνοιγμα της δραστηριότητάς μας για μερικές μόνο ημέρες κατά τη διάρκεια της εορταστικής περιόδου των Χριστουγέννων (Φ.Ε.Κ. 5726/24-12-2020), έγινε προφανώς για επικοινωνιακούς λόγους και προκειμένου να αμβλυνθούν οι αντιδράσεις μας, όπως επίσης και κάποιων πολιτικών δυνάμεων που με ισχυρή και δομημένη επιχειρηματολογία, υποστήριξαν τις θέσεις μας και το δίκαιο των αιτημάτων μας.

​Παρά ταύτα, η απαγόρευση της θήρας συνεχίζεται, ενώ άλλες δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στην ύπαιθρο, όπως η πεζοπορία-ορειβασία και το τρέξιμο (με την αιτιολόγηση της άθλησης), εξακολουθούν -και μάλιστα ορθώς – , να επιτρέπονται, δημιουργώντας εύλογες απορίες και ερωτηματικά για αυτή την αδικαιολόγητη διάκριση και τη διαφορετική αντιμετώπιση.

​Επειδή λοιπόν, δεν προκύπτει, από κανένα στοιχείο που να στοιχειοθετεί έστω και κατ’ ελάχιστον τη διατήρηση σε αναστολή της κυνηγετικής δραστηριότητας, ούτε υπάρχει καμία ισχυρή ένδειξη ότι η κυνηγετική δραστηριότητα ευνοεί τη διασπορά, αφού δεν ασκείται εντός του αστικού ιστού, αλλά στην ύπαιθρο και κατά κανόνα σε απομακρυσμένες και δυσπρόσιτες περιοχές, χωρίς να δημιουργεί συνωστισμός και συγχρωτισμό, όπως άλλες δραστηριότητες στα αστικά κέντρα (οράτε σχετική ερώτηση Βουλευτού Ν.Δ. κ. Τζαβάρα στη Βουλή), τίθενται τα ακόλουθα αδήριτα ερωτήματα, τα οποία εις πείσμα του εμμονικού περιεχομένου της ανωτέρω ΚΥΑ, σε ότι μας αφορά, παραμένουν αναπάντητα :

​Σε τί διαφέρει για παράδειγμα ο ορειβάτης από τον κυνηγό, ο οποίος μάλιστα πληρώνει τακτικά και ανελλιπώς για να ασκήσει τη δραστηριότητά του; Ειδικά στην περίπτωση των κυνηγών, ο έλεγχος σκοπιμότητας της μετακίνησης τους, είναι πολύ πιο εύκολο να διενεργηθεί από τις κατά τόπον αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές, καθώς η θήρα ασκείται αποκλειστικά και μόνο από πολίτες που διαθέτουν τη σχετική άδεια για την περίοδο 2020-21, η οποία μάλιστα είναι δημόσιο έγγραφο και δύναται με ευκολία να επιδειχθεί σε κάθε έλεγχο που τυχόν πραγματοποιείται.

Ως γνωστόν, το κυνήγι αποτελεί ατομική αθλητική δραστηριότητα που ασκείται μόνο στη φύση (οράτε Δασικό Κώδικα – Ν.Δ. 86/69, άρθρο 251 παρ. 1), όπου προβλέπεται ρητά ότι : «η θήρα επιτρέπεται να ασκείται ως άθλημα καθ’ όλην την Επικράτειαν». Η αναγνώριση λοιπόν της θήρας ως αθλήματος, θα έπρεπε αυτοδικαίως να εντάσσει τους κυνηγούς σε εκείνη την κατηγορία πολιτών που έχουν τη δυνατότητα ατομικής άσκησης σε εξωτερικούς δημόσιους χώρους. Σημειωτέον δε ότι, η εν λόγω δραστηριότητα λαμβάνει χώρα στην ύπαιθρο και κυρίως στο βουνό, αποτελεί κατά κανόνα μοναχική δραστηριότητα, δίχως κοντινή επαφή με άλλα άτομα, καθώς αυτό επιτάσσει η ασφαλής χρήση του κυνηγετικού όπλου, προσελκύοντας μάλιστα με αυτόν τρόπο 180.000 περίπου κυνηγούς μακριά από το συγχρωτισμό περισσότερων προσώπων.

​Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,

​Με την παρούσα, ουδόλως ζητούμε οιαδήποτε προνομιακή μεταχείριση, αντιθέτως απαιτούμε ίση μεταχείριση μ’ εκείνη των υπολοίπων συμπολιτών μας που ελεύθερα και απρόσκοπτα αθλούνται στην ύπαιθρο, εντός της περιφερειακής ενότητάς τους, με την προβλεπόμενη αποστολή του σχετικού SMS, όπως κι έγινε τις λίγες ημέρες των εορτών, όπου οι κυνηγοί επέδειξαν την απαραίτητη υπευθυνότητα και σύνεση και δεν δημιουργήθηκε πουθενά το οιοδήποτε πρόβλημα.
​Είναι άξιον απορίας και δημιουργεί εν τοις πράγμασι εύλογα ερωτηματικά, το γεγονός ότι δεν δημοσιεύονται οι σχετικές εισηγήσεις της αρμόδιας Επιτροπής των Λοιμωξιολόγων, ώστε να γνωρίζουμε άπαντες με απόλυτη διαφάνεια, τί τελικά προτείνουν και εισηγούνται για την κυνηγετική δραστηριότητα και την αλιεία, δεδομένου μάλιστα ότι στις 24-12-2020 επετράπη η μετακίνηση κυνηγών και αλιέων υπό προϋποθέσεις, όπως προβλέφθηκαν στο Φ.Ε.Κ. 5726/24-12-2020.

​Ο Κυνηγετικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης (όπως και στη διάρκεια της καραντίνας την περασμένη άνοιξη) έχει ήδη θέσει στη διάθεση της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προσωπικό και οχήματα, στα πλαίσια της από ετών ένταξής του στο μητρώο της Πολιτικής Προστασίας. Θεωρούμε πως είναι υποχρέωσή μας και καθήκον μας, σε κάθε έκτακτη ανάγκη να αποτελούμε μια κοινωνική εφεδρεία δίπλα στις δομές του Κράτους και κοντά στους συμπολίτες μας.

​Πώς απαντάει όμως η κρατική διοίκηση και ο κρατικός μηχανισμός και πώς αντιμετωπίζει τον Έλληνα κυνηγό, ο οποίος είναι επί της ουσίας και εν τοις πράγμασι, ο βασικός προστάτης της Χλωρίδας και Πανίδας της επικράτειας; Είναι εξάλλου γνωστόν ότι, το κυνήγι έχει αναγνωριστεί από την Πολιτεία ως διαχειριστικό μέτρο για την αντιμετώπιση ασθενειών όσο και για τον περιορισμό του πληθυσμού του αγριόχοιρου που προκαλεί εκτεταμένες ζημιές σε αγροτικές καλλιέργειες (οράτε Ερώτηση του κ. Βασιλείου Γιόγιακα Βουλευτού Ν. Θεσπρωτίας Ν.Δ. προς τους Υπουργούς Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Προστασίας του Πολίτη και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων).

​Πέραν τούτων, δέον να αναφερθεί ότι, από όλη αυτήν την απαγόρευση και ακινησία, υποφέρουν και τα κυνηγετικά σκυλιά μας. Όπως γνωρίζετε, τα ζώα μας δεν δύνανται να ασκηθούν εντός των τειχών των πόλεων, εντός των πεζοδρομίων ή των πλατειών. Είναι ζώα δίωξης ή ανοιχτής έρευνας, τα οποία μόνο σε καθορισμένες ζώνες εκπαίδευσης ή στο δάσος μπορούν να ασκηθούν με ασφάλεια. Έμειναν και αυτά όπως και εμείς με την δυσμενή διάκριση της μη εξαίρεσης από την ισχύουσα ΚΥΑ.

​Περαιτέρω, όπως καλά γνωρίζετε, το άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, κατοχυρώνει την υποχρέωση αιτιολογίας όλων των ατομικών διοικητικών πράξεων (συμπεριλαμβανομένων και των γενικών ατομικών διοικητικών πράξεων δυσμενών, όπως η απαγόρευση μετακίνησης για άσκηση θήρας, διότι ο αριθμός των κυνηγών είναι συγκεκριμένος και καθορισμένος – κοινώς αφορά εμάς και όχι τους πάντες -, λόγω της ύπαρξης της αναγκαίας άδειας, ορίζοντας στην παρ. 1 αυτού ότι : «Η ατομική διοικητική πράξη πρέπει να περιέχει αιτιολογία, η οποία να περιλαμβάνει τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή της.». Ως αιτιολογία ορίζεται η αναφορά των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν την έκδοση της διοικητικής πράξης και της ερμηνείας τους, της διαπίστωσης ότι συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές καταστάσεις ενόψει των οποίων επιβάλλεται ή επιτρέπεται η έκδοση της πράξης κατ’ εφαρμογή των κανόνων αυτών, τη διαπίστωση της συνδρομής και την εκτίμηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών, καθώς και των σκέψεων του διοικητικού οργάνου που οδήγησαν στην έκδοση ή την άρνηση της έκδοσης της διοικητικής πράξης. Σύμφωνα με διάταξη άρθρου 17 παρ.1 του Κ.Δ.Δ., όλες οι επωφελείς ή δυσμενείς διοικητικές ατομικές πράξεις πρέπει να έχουν αιτιολογία. Όταν η αιτιολογία επιβάλλεται από τις σχετικές με την έκδοση της διοικητικής πράξης ειδικές διατάξεις, πρέπει να υπάρχει έστω και συνοπτικά στο σώμα της διοικητικής πράξης, δηλαδή να περιέχεται στο έγγραφο που διατυπώνεται η πράξη. Η διοίκηση είναι υποχρεωμένη κάθε φορά που εκδίδει μια διοικητική πράξη να αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους προέβη στην ενέργειά της αυτή. Σύμφωνα με τη νομολογία, μέσα από την αιτιολογία γίνεται ο απαιτούμενος έλεγχος της νομιμότητας των σκοπών και των μέσων τη διοικητικής πράξης και δίδεται η δυνατότητα στο αρμόδιο Δικαστήριο να ασκήσει τον ακυρωτικό του έλεγχο. Η έλλειψη αιτιολογίας στο σώμα της πράξης καθιστά αυτήν ακυρωτέα λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου. Αν στο σώμα της πράξης υπάρχει αιτιολογία, αλλά είναι ελλιπής, πλημμελής ή εσφαλμένη, τότε και πάλι η πράξη μπορεί να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως όχι όμως για το λόγο της παράβασης τύπου, αλλά για παράβαση κατ’ ουσίαν διάταξης νόμου. (ΣτΕ 2254/1964, 2331/1966, 3006/1972, 470/1970, 546/2008, 11/1988 ΔΕΦ ΘΕΣΣΑΛ).

Συνταγματικό έρεισμα της υποχρέωσης για αιτιολογία, αποτελεί η αρχή του κράτους δικαίου, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και ως ειδικότερη πτυχή της, η αρχή της νομιμότητας, από τις οποίες απορρέει η αρχή της φανερής δράσης της διοίκησης και της διαφάνειας, ενώ ορθά γίνεται σύνδεση με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και της προηγούμενης ακρόασης (άρθρο 20 του Συντάγματος), με την αρχή της ισότητας και με την αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος).

​Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, το οποίο συμπυκνώνει στη διατύπωσή του την προϋπάρχουσα, μακρά νομολογιακή παράδοση σχετικά με το ζήτημα, η αιτιολογία πρέπει να είναι σαφής, ειδική και επαρκής. Η αιτιολογία είναι επαρκής όταν περιέχει με σαφήνεια όλα τα στοιχεία της κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην καταλείπονται κενά ή αμφιβολίες για την ορθότητα της κρίσης του διοικητικού οργάνου (συνθετική λειτουργία της επάρκειας). Η επάρκεια δοκιμάζεται σε επίπεδο υπαγωγής του πραγματικού στον κανόνα δικαίου, δηλαδή κρίνεται αν το αρμόδιο όργανο δεν αφήνει ανεξέταστο κανένα στοιχείο που μπορεί να έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της υπόθεσης (ΣτΕ 2228/2007, 329, 4236/2005).

​Επίσης, όπως καλά γνωρίζετε, η αρχή της ισότητας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4§1 του Συντάγματος, αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες και ο οποίος δεσμεύει άπαντα τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας (ενδεικτικά ΣτΕ 2717/1988, ΣτΕ 157/1989 και Ολομ. Α.Π. 3/1997, 7/1993, 12/1992, 6/1992 κ.λ.π.). Η παραβίαση της αρχής αυτής, ελέγχεται από τα Δικαστήρια, μέσα στον κύκλο της δικαιοδοσίας των, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η με ίσους όρους ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός (άρθρο 5 του Συντάγματος). Κατά τον έλεγχο δε αυτόν, που είναι έλεγχος ορίων και όχι των κατ’ αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, γίνεται αποδεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης και η Διοίκηση μπορεί βεβαίως να ρυθμίσει με ενιαίο διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες πραγματικές ή προσωπικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, οι οποίες συνδέονται με κάθε μία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές και οι οποίες περαιτέρω, στηρίζονται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια που τελούν σε συνάφεια με το αντικείμενο της κατά περίπτωση & ad hoc ρύθμισης.

Η επιλογή όμως των διαφόρων τρόπων ρύθμισης, πρέπει να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την προδήλως άνιση μεταχείριση, είτε με την μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την μορφή της επιβολής μίας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προϋφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα κριτήρια μεταξύ τους.

Επιπρόσθετα η συνταγματική αρχή της ισότητας στις ειδικότερες εκφάνσεις της, επιβάλλει την ομοειδή μεταχείριση ομοειδών περιπτώσεων. Η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου ρητώς αναγνωρισμένη από το Ελληνικό Σύνταγμα, επιβάλλει την πραγμάτωση της ισότητας, καθώς δεν προστατεύει απλώς τυπικά το δικαίωμα στην ισότιμη μεταχείριση, αλλά επιβάλλει δεσμευτικά και την δημιουργία συνθηκών που θα προάγουν την ισότητα ευκαιριών για κάθε Έλληνα πολίτη.

Εξάλλου, η αρχή της αναλογικότητας, απορρέουσα από την έννοια και τους θεσμούς του κράτους δικαίου, καθιερώνεται ήδη ρητώς από το Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1) και συγκαταλέγεται κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου.

Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από τον κοινό νομοθέτη και τη διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, πρέπει να είναι μόνον οι αναγκαίοι και να συνάπτονται προς τον υπό του νόμου επιδιωκόμενο σκοπό. Ένα μέτρο που προβλέπεται από την διάταξη νόμου τότε μόνον αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, όταν από το είδος του ή την φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό. Τα διοικητικά όργανα πρέπει να ενεργούν ενιαία κατά τέτοιον τρόπο, ώστε οι πράξεις τους και η εν γένει συμπεριφορά τους να μην αντιφάσκουν μεταξύ τους (non venire contra factum proprium) πολλώ δε μάλλον όταν θίγονται από αυτές ατομικά δικαιώματα διοικουμένων

Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ.1 εδαφ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει, τίθεται ο κανόνας, ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα «πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι : α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ. ΑΠ 43/2005). Σύμφωνα λοιπόν με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην άσκηση ατομικών δικαιωμάτων από τη Διοίκηση και το νομοθέτη, πρέπει να είναι οι μόνοι αναγκαίοι και να υπηρετούν το σκοπό που επιδιώκεται από το νόμο. Ένα μέτρο που προβλέπεται από διάταξη νόμου ως κύρωση για παράβαση διάταξης, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, όταν από το είδος ή τη φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό ή αν η κύρωση αυτή καθαυτή καθίσταται υπέρμετρα επαχθής σε σχέση με τη διαπραχθείσα παράβαση.

Εν κατακλείδι η απαγόρευση του δικαιώματός μας για μετακίνηση προς άσκηση θήρας, παρά το γεγονός ότι έχει καταβληθεί το ανταποδοτικό τέλος απόκτησης της άδειας κυνηγιού (το οποίο προφανώς έχουμε κάθε νόμιμο δικαίωμα να αναζητήσουμε ως αχρεωστήτως καταβληθέν) παρά τη μη ανάκληση της υπάρχουσας ρυθμιστικής κανονιστικής, παρά το γεγονός ότι άλλοι φορείς οργανωμένοι επίσης ως σωματεία (ενδεικτικά αναφέρουμε ομίλους σκοπευτικούς, ομίλους αντισφαίρισης κλπ) λειτουργούν με τους απαραίτητους υγειονομικούς κανόνες , εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα, παρά το γεγονός ότι πολλώ μάλλον, άλλοι πολίτες αθλούνται ελεύθερα και απρόσκοπτα, τηρώντας τα υγειονομικά πρωτόκολλα σε συνθήκες προφανέστατα όχι τόσο ασφαλείς, όσο η άσκηση θήρας επιβάλλει αναγκαστικά και εκ της φύσεώς της και εκ του χαρακτήρα της, όπως εκτέθηκε λεπτομερώς και ανωτέρω, τις απαραίτητες αποστάσεις σε εξωτερικούς χώρους, παρά το γεγονός ότι κατοχυρώνεται το κυνήγι νομικά ως άθλημα, όλα τα παραπάνω οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα, ότι πρόκειται για μια ευθέως αντισυνταγματική, απρόσφορη, ανισότιμη και αδικαιολόγητη μεταχείριση του κάθε νομοταγούς Έλληνα πολίτη-Κυνηγού.

​Επειδή η Αρχή της Πρόληψης με την Αρχή της Αναλογικότητας, λειτουργούν από κοινού, καθόσον θα πρέπει αφενός μεν να αποτρέπεται η ένταση της σύγκρουσης και αφετέρου να υφίσταται ισορροπία μεταξύ διαφόρων εννόμων αγαθών.

Επειδή η εν λόγω απαγόρευση είναι απαράδεκτη, αναιτιολόγητη, νομικά αβάσιμη και έρχεται σε αντίθεση με το γράμμα και το πνεύμα του ισχύοντος Συντάγματος, προσβάλλοντας ευθέως τον πυρήνα αυτού.

​Επειδή εξ’ αυτών των λόγων, είναι βέβαιο, ότι με την εν λόγω συμπεριφορά της, η Διοίκηση, μας επεφύλαξε απολύτως καταχρηστική συμπεριφορά, η οποία αφενός μεν υπερβαίνει το μέτρο (παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας) και αφετέρου είναι εξόχως καταχρηστική και αντίθετη με τις επιταγές του Συντάγματος, προσβάλλει δε προφανώς το δικαίωμα στην προσωπικότητα.

​Επειδή κατά τρόπο βέβαιον αποδεικνύεται ότι η εν λόγω απαγόρευση παραβιάζει την ισορροπία μεταξύ εννόμων αγαθών, αλλά και στο επίπεδο της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, την οποία επικαλείσθε και ακολουθείτε κατά το δοκούν , όχι όμως και εν προκειμένω.

​Επειδή η απαγόρευση της θήρας δέον να συνοδεύεται με την απαραίτητη θεσμική ρύθμιση ή την έκδοση Υπουργικής Απόφασης που να τροποποιεί την «Ρυθμιστική περί θήρας».

​Επειδή, σε κάθε περίπτωση, με την ακολουθούμενη λογική και πολιτική του «ακορντεόν» την οποία ακολουθείτε (μετακίνηση κυνηγών με προϋποθέσεις – ΦΕ.Κ. 5726/2020, απαγόρευση μετακίνησης και άσκηση θήρας – ισχύουσα Κ.Υ.Α.) παραβιάζεται εν προκειμένω κατάφωρα η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, και η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της καλής πίστης (άρθρο 5 παρ. 1 Σ), που επιβάλλουν στη δημόσια διοίκηση να μην εκμεταλλεύεται το διοικούμενο ή ακόμη περισσότερο να δημιουργεί καταστάσεις πλάνης. Η διοίκηση διέπεται βασικά από την αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς. Η ασυνεπής συμπεριφορά της διοίκησης προσβάλλει την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του δημότη απέναντί της και μπορεί να συνεπάγεται την παρανομία της διοικητικής πράξης.

​Επειδή από κανένα σημείο της εν λόγω Κ.Υ.Α., αλλά ούτε από οιαδήποτε άλλη επιστημονική θέση ή τεκμηρίωση δεν συνάγεται ότι η κυνηγετική δραστηριότητα ευνοεί τη διασπορά.

​Επειδή η απαγόρευση άσκησης της θήρας επιφέρει σημαντικές κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Επειδή ως άθλημα εμπίπτει στις δραστηριότητες που καλύπτει η κατηγορία 6 των SMS που έχετε καθιερώσει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Και με τη ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μας.

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΑΣΤΕ έντονα για την έκδοση και την ισχύ της εν λόγω ΚΥΑ στο μέτρο και στο περιεχόμενο που μας θίγει και μας αφορά.

ΣΑΣ ΚΑΛΟΥΜΕ να άρετε άμεσα την αναστολή της κυνηγετικής δραστηριότητας και την απαγόρευση μετακίνησης για την άσκηση θήρας, η οποία βοηθά ομολογουμένως και αποδεδειγμένα στην αποσυμφόρηση από τον αστικό ιστό, καθώς επίσης, να λάβετε όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας με τη θέσπιση των αναγκαίων υγειονομικών πρωτοκόλλων, όπως ακολουθούν και άλλες χώρες, παρά του ότι η διασπορά σε αυτές είναι μεγαλύτερη, όπως άλλωστε και εσείς (ως κυβέρνηση) έχετε επανειλημμένως δηλώσει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΑΣ ΚΑΛΟΥΜΕ να επιτραπεί η θήρα ως άσκηση εντός της οικείας Περιφερειακής Ενότητας διαμονής και σύμφωνα με τις λοιπές προϋποθέσεις που έχουν οριστεί για τον περιορισμό της διασποράς του COVID -19 (αποστολή SMS, έως 2 άτομα, τήρηση αποστάσεων κ.α.), ΑΛΛΩΣ, θα ακολουθήσουμε όλα τα ενδεικνυόμενα νόμιμα μέτρα για την ακύρωση της εν λόγω Κοινής Υπουργικής Απόφασης Ενώπιον του ΣτΕ.

Αρμόδιος δικαστικός επιμελητής παραγγέλλεται να επιδώσει νομότυπα την παρούσα προς τον κ. Υφυπουργό Πολιτικής Προστασίας και Διαχείρισης Κρίσεων Νικόλαο Χαρδαλιά, για να λάβει γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες αντιγράφοντας ολόκληρο το κείμενο της παρούσας στην έκθεση επίδοσης που θα συντάξει σχετικά.

Θεσσαλονίκη 21-01-2021

Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

Print Friendly, PDF & Email

Σχετικά Άρθρα

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στο ihunt.gr. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας Αποδοχή Περισσότερα