Αρχική iHunt.gr Πεδινη Περδικα

Πεδινη Περδικα

από iHunt Team
Perdix-perdix1

demobanner

 



Η πεδινή πέρδικα είναι ένα ενδημικό είδος με αρκετά ευρεία εξάπλωση.Στην Ελλάδα η εξάπλωση της κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα κάλυπτε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα εκτός από την Πελοπόννησο. Τον 20ο αιώνα και κυρίως από το 1950 και μετά επήλθε δραστική μείωση των πληθυσμών της και τώρα πλέον η εξάπλωσή της έχει περιοριστεί στη βόρεια Ελλάδα. Σήμερα εξαπλώνεται από τη Β. Θεσσαλία και τη Ν.Δ. Μακεδονία μέχρι και τη Θράκη (THOMAIDES & PAPAGEORGIOU, 1992). Υπάρχουν λίγες πληροφορίες σχετικά με την οικολογία της πεδινής πέρδικας στην Ελλάδα. Γενικά προτιμάει καλλιεργήσιμες εκτάσεις, όχι όμως εντατικής μορφής, συμπεριλαμβανομένων ενός μωσαϊκού από φυσικούς φράχτες και θάμνους. Είναι είδος των χαμηλών περιοχών και συνήθως δεν απαντάται σε υψόμετρο πάνω από 600 μέτρα. Στον ελλαδικό χώρο απαντώνται πληθυσμοί του είδους και σε υψόμετρα άνω των 700 μέτρων.
Έχουν καταγραφεί πληθυσμοί πεδινής πέρδικας σε υψόμετρα άνω των 1300μ στην κεντρική Μακεδονία και μέχρι στα 2000 μέτρα υψόμετρο στη δυτική
Μακεδονία και Βόρεια της Ηπείρου.
Το κυνήγι της στην Ελλάδα απαγορεύεται με τη ρυθμιστική απόφαση θήρας κάθε έτους από το 1982 μέχρι σήμερα.

Γεωγραφική εξάπλωση

Οι πληθυσμοί της πεδινής πέρδικας Perdix perdix, εξαπλώνονται σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, στα Βαλκάνια, στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης μέχρι τα Ουράλια και στις Ασιατικές χώρες μέχρι τη Μογγολία και το Ιράν. Έχει εισαχθεί με επιτυχία σε περιοχές των Η.Π.Α. και έχει πλέον δημιουργήσει κανονικούς πληθυσμούς, κυρίως στη Βόρεια Αμερική και τον Καναδά (1η εισαγωγή το 1800 περίπου).

Τάσεις του πληθυσμού στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα η πυκνότητες πληθυσμού κυμαίνονται μεταξύ 0,8 και 3,6 ζεύγη/ Km² και φτάνει μέχρι 12,3 ζεύγη/ Km² σε καλούς βιοτόπους (CHANDRINOS & AKRIOTIS, 1997). O THOMAIDES (1992) αναφέρει ότι η πυκνότητα του πληθυσμού στο Ωραιοκάστρο στο νομό Θεσσαλονίκης την άνοιξη του 1989 ήταν 11.3 ζεύγη/
Km² και την άνοιξη του 1990 ήταν 6.4 ζεύγη/ Km².

Οικολογία

Η πεδινή πέρδικα είναι είδος που απαντάται σε πεδινές περιοχές, ανοιχτές λιβαδικές εκτάσεις και σε στέπες με χαμηλή βλάστηση, αλλά κύριο βιότοπο της αποτελούν οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Αποφεύγει τις δασικές εκτάσεις και την πυκνή βλάστηση. Είναι είδος μονογαμικό και η σχέση μεταξύ του ζευγαριού είναι αρκετά δυνατή. Η έναρξη της αναπαραγωγικής περιόδου τοποθετείται στα τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Η αναπαραγωγική περίοδος ξεκινάει με το σπάσιμο των κοπαδιών και τη δημιουργία των ζευγαριών. Κατά την περίοδο του ζευγαρώματος οι διαμάχες μεταξύ των αρσενικών είναι συχνό φαινόμενο. Συνήθως και τα δύο άτομα του ζευγαριού προέρχονται από το ίδιο κοπάδι. Πολλές φορές όμως συμβαίνει μια ανταλλαγή ατόμων μεταξύ των κοπαδιών, η οποία εξασφαλίζει την καλύτερη μίξη του αναπαραγόμενου πληθυσμού και την αποφυγή της αιμομιξίας, φωλιά της αποτελεί ένα ρηχό βαθούλωμα του εδάφους κατάλληλα διαμορφωμένο ώστε να δέχεται τα αυγά, το οποίο στρώνεται με ξηρή ποώδη βλάστηση.



Ο ΥΟΚΟΜ, υποστηρίζει ότι τη φωλιά τη φτιάχνει η θηλυκιά ενώ το αρσενικό φυλάει την περιοχή. Για να φτιάξει τη φωλιά προτιμάει τοποθεσίες με φυσική βλάστηση και αρκετή νεκρή φυτική ύλη. Γεννάει κατά μέσο όρο ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος 14 – 17 αυγά (13 έως 19). Αυτό μεταβάλλεται ανάλογα με την εποχή. Ο αριθμός των αυγών ποικίλλει ανάλογα με την χρονική περίοδο που γεννάει η θυληκιά και γίνεται μικρότερος όσο προχωράει η αναπαραγωγική περίοδος. Επίσης αναφέρει ότι είναι δυνατόν στην ίδια φωλιά να γεννούν δύο πέρδικες, π.χ. φωλιά με 25 αυγά. Το ζευγάρωμα λαμβάνει χώρα στα τέλη Ιανουαρίου και το Φεβρουάριο και εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες.

Η έναρξη τη ωοτοκίας τοποθετείται στην τελευταία βδομάδα του Μαρτίου με μέγιστο το πρώτο 15νθήμερο του Απρίλη. (THOMAIDES 1992,POTTS 1986). Η επώαση ξεκινάει αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ωοτοκίας και λαμβάνει χώρα από το Μάιο μέχρι τα τέλη Ιουνίου. Οι θηλυκιές που δεν κατάφεραν να φέρουν σε πέρας την πρώτη φωλιά επαναφωλεωποιούν Στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης ο μέσος όρος αυγών ανά φωλιά φτάνει τα 14.5. Ο THOMAIDES (1992) αναφέρει ότι στο τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου ο μέσος όρος νεαρών ανά επιτυχημένη θηλυκιά κυμαίνονταν από 3.5 έως 8.5. Ο REITZ (1992) αναφέρει ότι στο τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου
η επιτυχία της αναπαραγωγής κυμαινόταν από 2.5 το 1981 μέχρι 6.5 το 1990. Ο μέσος όρος αυτής για την περίοδο 1979-1990 ήταν 4.5. Κατά τη διάρκεια των 12 αυτών ετών η επιτυχία της αναπαραγωγής δεν έδειξε κάποια τάση προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Ο μέσος όρος νεοσσών που εκκολάπτονται από κάθε θηλυκιά είναι 12.5 έως 14.4 και ο μέσος ρυθμός επιβίωσης των νεοσσών αυτών φτάνει κατά μέσο όρο το 45 με 55%. Στη Γαλλία και Πολωνία αναφέρεται ότι το ποσοστό των ζευγαριών που καταφέρνουν να παράγουν νεαρά φτάνει το 45 με 50%, ενώ η επιβίωση των νεοσσών φτάνει τους 3 με 4 νεοσσούς ανά θηλυκιά.

Η πυκνότητα των ζευγαριών που αναπαράγονται αυξάνει με την καλύτερη ποιότητα και μεγαλύτερη ποσότητα των οικοτόνων. Επίσης ένας σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει στη διατήρηση του πληθυσμού είναι το υψηλό ποσοστό επιβίωσης των νεοσσών σε περιοχές με πολύ χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού.

Ο TEMPLE (1999) αναφέρει ότι η βόσκηση βοοειδών επιδρά στην ποικιλομορφία των ειδών, στην πυκνότητα των πληθυσμών, στην επιτυχία της φωλεοποίησης και στην παραγωγικότητα των εδαφόβιων πτηνών. Σε περιοχές που δεν βόσκονται η ποικιλομορφία, η πυκνότητα, η επιτυχία φωλεωποίησης και η παραγωγικότητα βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα. Σε περιοχές που βόσκονται μόνιμα παρατηρείται η πιο χαμηλή ποικιλομορφία και πυκνότητα ενώ η επιτυχία φωλεωποίησης και η παραγωγικότητα είναι σε
μέτρια επίπεδα. Σε περιοχές που βόσκονται περιστασιακά η ποικιλομορφία και η πυκνότητα είναι σε μέτρια επίπεδα ενώ η επιτυχία φωλεωποίησης και η παραγωγικότητα είναι στα πιο χαμηλά επίπεδα. O THOMAIDES (1992) αναφέρει ότι μετά το θερισμό των καλλιεργειών οι οικογένειες των πεδινών περδίκων, απόφευγαν τα καμένα κομμάτια καθώς και αυτά που βοσκούνταν. Πολλές φορές παρατηρείται μια αύξηση στον αριθμό των ατόμων των κοπαδιών η οποία λαμβάνει χώρα μετά την 5η εβδομάδα από την περίοδο τηςεκκόλαψης των νεοσσών και συμβαίνει λόγω της ένωσης διαφορετικών
οικογενειών σε ένα κοπάδι. Το φθινόπωρο παρατηρούνται κοπάδια με 3-5 ενήλικα και 10 με 12 ή και παραπάνω από 25 νεαρά. 

Ο ΡΟΤΤS (1986) αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου και το χειμώνα οι πεδινές πέρδικες σχηματίζουν κοπάδια τα οποία αποτελούνται από το ζευγάρι και τα μικρά του. Τα ζευγάρια που δεν κατάφεραν να αναπαραχθούν ενώνονται με άλλα κοπάδια. Κατά τη διάρκεια περιόδων με εκτεταμένη χιονοκάλυψη παρατηρείται μεγάλη θνησιμότητα κυρίως στη στην Α. Ευρώπη και στη Β. Αμερική. Επίσης αναφέρει ότι οι πεδινές πέρδικες σκάβουν το χιόνι για να βρούν τροφή. Μπορούν να σκάψουν το χιόνι το πολύ μέχρι βάθους 35 εκατοστά και όχι παραπάνω, ακόμα και αν το χιόνι είναι μαλακό και σκάβεται εύκολα. Το κρύο και το χιόνι δεν δημιουργούν πρόβλημα στις πέρδικες.



Αυτό που αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα είναι ο πάγος και το παγωμένο χιόνι. Στη Βουλγαρία αποδείχτηκε ότι οι πέρδικες έχουν την ικανότητα να διατηρούν τη θερμοκρασία του σώματός τους (41°C), το λιγότερο μέχρι τρεις μέρες και σε θερμοκρασία περιβάλλοντος –35°C, ακόμα και αν δεν τρέφονται. Αν δεν δύνανται να τραφούν καθόλου λόγω εκτεταμένης χιονοκάλυψης ή παγωνιάς τότε πεθαίνουν το λιγότερο σε πέντε μέρες αν ηθερμοκρασία του περιβάλλοντος είναι στους –18 °C και σε επτά ημέρες στους 10 °C. Σε περιόδους χιονοκάλυψης οι πέρδικες το βράδυ κοιμούνται σε λακούβες που σχηματίζει το χιόνι όλες μαζί, πράγμα που τους δίνει τη
δυνατότητα να διατηρούν τη θερμοκρασία τους και να μην παγώνουν. Επίσης έχει παρατηρηθεί ότι σε περιόδους χιονοκάλυψης οι πέρδικες πλησιάζουν κοντά σε φάρμες, στάβλους και αγροτικές κατοικίες για την εξεύρεση τροφής.

Αρπακτικότητα

Οι BIRKAN, SERRE, et al. (1992) αναφέρουν ότι οι απώλειες των ενήλικων κατά την περίοδο, μέσα Απριλίου εώς τέλη Ιουλίου, στα αρσενικά άτομα φτάνει το 30% και στα θηλυκά άτομα το 45%. Σαν αιτίες θανάτου αναφέρονται η αλεπού (Vulpes vulpes), το πετροκούναβο (Martes foina),σκυλιά (Canis familiaris) , θεριστικές μηχανές, συρματόπλεκτοι φράκτες, εσωπαράσιτα και άλλες άγνωστες αιτίες. Οι H. GOSSOW et al. (1992) αναφέρουν ότι το διπλοσάινο (Accipiter gentilis) προκαλεί μεγάλη ζημιά στους πληθυσμούς της πεδινής πέρδικας.
Ειδικότερα αναφέρει ότι σε μια σειρά παρατηρήσεων το 57% των επιθέσεων από διπλοσάινο σε ζευγάρια πεδινής πέρδικας ήταν επιτυχής, ενώ μόνο το 20% των επιθέσεων σε κοπάδια πεδινών περδίκων είχαν επιτυχία.

Θνησιμότητα

Ο THOMAIDES (1992) αναφέρει ότι στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης στο τέλος του χειμώνα επιβίωσε το 42.5-50.4% του πληθυσμού του Σεπτεμβρίου. Ο PEGEL (1987), αναφέρει ότι στη Δ. Γερμανία το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών συμβαίνει την περίοδο που σπάζουν τα κοπάδια καιλαμβάνει χώρα η διασπορά των ατόμων (Φεβρουάριος – Μάρτιος). Ο NOSEL, (1992), αναφέρει ότι αν και η αναπαραγωγική ικανότητα των ζευγαριών είναι σε αρκετά υψηλά επίπεδα ο πληθυσμός δεν παρουσιάζει αξιοσημείωτη αύξηση τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας των απωλειών κατά την περίοδο του χειμώνα. Οι απώλειες φτάνουν το 72% κατά μέσο όρο. Ο GOSSOW (1992) αναφέρει ότι οι απώλειες το χειμώνα οφείλονται στη δριμύτητα των καιρικών συνθηκών. Το 1978-79 που ο χειμώνας σε περιοχές της Αυστρίας ήταν αρκετά δριμύς οι απώλειες έφτασαν το 37%, ενώ σε πιο ήπια χρονιά έφτασαν το 13%. Ο OLECH (1971), αναφέρει ότι από τον πληθυσμό του Σεπτεμβρίου της μιας χρονιάς (νεαρά) επιζούν μέχρι την επόμενη περίοδο (ενήλικα) το 20 με 40%. Οι BIRKAN και JACOB (1988) πιστεύουν ότι αυτό είναι γενικό φαινόμενο. Ο REITZ (1992), αναφέρει ότι ένα ποσοστό 42% είναι συνηθισμένο. Στην Πολωνία οι CHLEWSKI και PANEK (1988) αναφέρουν ότι τελικά από κάθε χρονιά επιβιώνει το 21% (θάνατοι το χειμώνα 49% και κατά την περίοδο του καλοκαιριού το 59%)

Μετακινήσεις

Συνήθως οι πεδινές πέρδικες δεν μεταναστεύουν. Έχει παρατηρηθεί όμως ότι από τη στιγμή που ο βιότοπος όπου διαβιούν δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις τους, τότε αρχίζουν και μετακινούνται έως ότου βρουν πιο κατάλληλη περιοχή. O CHURCH (1990) αναφέρει, ότι ο χρησιμοποιούμενος βιότοπος από την πεδινή πέρδικα διαφέρει ανάμεσα στις εποχές. Ο POTTS (1986) αναφέρει, ότι την περίοδο της αναπαραγωγής οι μετακινήσεις των ατόμων αν δεν ενοχληθούν από οποιαδήποτε αιτία είναι πολύ μικρής έκτασης. Οι μετακινήσεις των κοπαδιών είναι πιο εκτεταμένες συνήθως το φθινόπωρο και το χειμώνα και κυρίως όταν επικρατούν πολύ δυσμενείς συνθήκες με μεγάλη χιονοκάλυψη.Οι μετακινήσεις αυτές λαμβάνουν χώρα κυρίως για την εξεύρεση τροφής. Η μέγιστη μετακίνηση πληθυσμού (διασπορά) στον Καναδά ήταν 400 μίλια σε 14 χρόνια ή αλλιώς 28 μίλια κάθε χρόνο. Μερικά άτομα είναι δυνατόν να ταξιδέψουν μέχρι και 50 μίλια σε ένα χρόνο. Η διασπορά στο βόρειο Οχάιοκαι στο νότιο Μίσιγκαν προσέγγιζε τα 3.5 με 5 μίλια το χρόνο. Οι πέρδικες που απελευθερώθηκαν στις ΗΠΑ προέρχονταν από την Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία όπου δεν παρατηρούνται μετακινήσεις στους πληθυσμούς

Κάθε είδος που ζει και αναπαράγεται σε ένα βιότοπο δέχεται επιδράσεις οι οποίες είναι γνωστές σαν οικολογικοί παράγοντες. Αυτοί διακρίνονται σε αβιοτικούς, όπως είναι οι κλιματολογικές συνθήκες η σύσταση και ποιότητα του εδάφους κ.λ., και σε βιοτικούς, όπως η αρπακτικότητα, ο ανταγωνισμός κ.λ. Το κάθε είδος παρουσιάζει απέναντι σε αυτούς τους παράγοντες όρια ανεκτικότητας και εντός των ορίων αυτών μπορεί και επιβιώνει. Οι πληθυσμοί των θηραματικών ειδών που ζουν σε πεδινές περιοχές είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον τρόπο χρήσης της γης. Παλιότερα με την εκχέρσωση των δασικών εκτάσεων και τη μετατροπή τους σε μικρής έκτασηςγεωργικές καλλιέργειες, όπου η γεωργία είχε παραδοσιακή μορφή, πολλά είδη όπως το ορτύκι, η πεδινή πέρδικα, ο λαγός κ.λ., παρουσίασαν σημαντική αύξηση.

Οι εδαφικές συνθήκες του βιοτόπου παίζουν σημαντικό ρόλο στην ύπαρξη και στην παραγωγικότητα των θηραματικών ειδών. Τα γόνιμα εδάφη ευνοούν την ύπαρξη και αφθονία των θηραμάτων, ενώ αντίθετα τα άγονα και υποβαθμισμένα εδάφη δεν την ευνοούν, μερικές φορές μπορεί να είναι και απαγορευτικά για την ύπαρξη.

Οι ανθρώπινες επιδράσεις στο περιβάλλον που συντελούν στη μείωση της γονιμότητας του εδάφους έχουν ταυτόχρονα και δυσμενή επίδραση στους θηραματικούς πληθυσμούς.



Χρήσεις της γης που έχουν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία εκτεταμένων και μονότονων βιοτόπων, την απόπλυση των χημικών στοιχείων του εδάφους, την συσσώρευση στο έδαφος ανεπιθύμητων χημικών, τα οποία είναι συστατικά των γεωργικών φαρμάκων και τη μείωση της ποικιλομορφίας, που εφαρμόζονται κατά κόρον σε πολλέςπεριοχές της Ελλάδας π.χ. Θεσσαλία και οι οποίες είναι αποτέλεσμα μονόπλευρης γεωργικής πολιτικής που έχει σαν στόχο μόνο την παραγωγή γεωργικών προιόντων, οδήγησαν στην εξαφάνιση των πληθυσμών της πεδινής πέρδικας από τις εν λόγω περιοχές.

Οι εκτεταμένες βαμβακοκαλλιέργειες κυρίως, δεν δύνανται να προσφέρουν στη θηραματικά είδη τίποτα από τη στιγμή που γίνεται συνεχής χρήση φυτοφαρμάκων και δεν υπάρχει άλλη μορφή βλάστησης εκτός από το βαμβάκι και η εντομοπανίδα είναι ανύπαρκτη. Από τα μηχανικά μέσα καλλιέργειας, αυτό που επιφέρει μεγάλη ζημιάστους θηραματικούς πληθυσμούς είναι οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές. Τοθέρισμα των καλλιεργειών γίνεται στις αρχές του καλοκαιριού και συμπίπτει με την περίοδο επώασης των εδαφόβιων πτηνών. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το μαχαίρι που φέρουν μπροστά οι μηχανές αυτές να καταστρέφει τις φωλιές και αρκετές φορές να σκοτώνει τις επωάζουσες θυληκιές. Τα φυτοφάρμακα τα οποία χρησιμοποιούνται κατά κόρον, αφενός μεν σκοτώνουν τα ίδια τα θηράματα είτε με απευθείας λήψη κατά τον ψεκασμό ή με τη λήψη μολυσμένου νερού από τα κανάλια παραπλεύρως των αγρών, αφετέρου δε επιδρούν αρνητικά στη φυσιολογία της αναπαραγωγής τωνειδών. Παλιότερα με την εκτεταμένη χρήση του DDT τα πτηνά γεννούσαν αυγά με πολύ λεπτό κέλυφος τα οποία δεν άντεχαν το βάρος του επωάζοντος θηλυκού και σπάζανε. Η δραστική μείωση επίσης των εντόμων και των ασπόνδυλων λόγω των εντομοκτόνων καθιστά αδύνατη την επιβίωση των νεοσσών της πεδινής πέρδικας, αφού αυτά αποτελούν τη βασική πηγή τροφής για τους νεοσσούς κατά τις πρώτες μέρες της ζωής τους.

Από τη στιγμή που ένα είδος υπάρχει σε ένα βιότοπο, αλλά οι πληθυσμός του δεν είναι ικανοποιητικός, σημαίνει ότι οι οικολογικές απαιτήσεις του καλύπτονται, αλλά κάποια ή κάποιες από αυτές δεν καλύπτονται στο βαθμό που θα έπρεπε. Θα πρέπει λοιπόν να εστιάσουμε την προσοχή μας στην ποσότητα και ποιότητα της τροφής που παρέχει ο συγκεκριμένος βιότοπος, στην ύπαρξη νερού, θέσεων φωλεωποίησης και στην κάλυψη. Η πεδινή πέρδικα διακρατεί συγκεκριμένες περιοχές χωροκράτειας, με αποτέλεσμα να εκμεταλλεύεται συγκεκριμένη έκταση του ευρύτερου βιοτόπου. Από τη στιγμή που υπάρχει τροφή αλλά είναι συσσωρευμένη σε σημεία και δεν είναι κατανεμημένη σε όλη την έκταση του βιοτόπου, είναι “δώρων άδωρο”. Αυτόματα η ζωοχωρητικότητα της ευρύτερης περιοχής, μειώνεται στη ζωοχωρητικότητα των τμημάτων του βιοτόπου που παρέχουν τροφή και η υπόλοιπη έκταση του βιοτόπου παραμένει ανεκμετάλλευτη.

Σημαντικό ρόλο επίσης στη διατήρηση των πληθυσμών είναι η διαθεσιμότητα της τροφής, του νερού των θέσεων φωλεωποίησης και της κάλυψης σε όλες της εποχές του χρόνου, με έμφαση στην περίοδο της αναπαραγωγής.

Πεδινή πέρδικα και διαχείριση

Η εφαρμογή ενός σχεδίου διαχείρισης των πληθυσμών της πεδινής πέρδικας απαιτεί πρώτα απ’ όλα την εφαρμογή σχεδίου διαχείρισης του βιοτόπου της. Για να επιτύχει αυτός ο σκοπός θα πρέπει να εφαρμοστεί μια μορφή γεωργικής πολιτικής που θα αποσκοπεί στην ευρύτερη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της γης και θα προβλέπει παράλληλα διαχειριστικά μέτρα για την άγρια πανίδα. Ανάλογα με την κάθε περίπτωση και τους σκοπούς που θα θέσουμε, η διαχείριση του βιοτόπου περιλαμβάνει μέτρα βελτίωσης του.



Για να υπάρξει η δυνατότητα οι πληθυσμοί της πεδινής πέρδικας να έχουν αυξητική τάση θα πρέπει να ληφθεί μια σειρά από μέτρα, σε συνεργασία πάντα των διαχειριστών και των αρμόδιων φορέων με τους καλλιεργητές, που θα περιλαμβάνουν:

  •  Την εφαρμογή προγραμμάτων αγρανάπαυσης, ώστε να υπάρχουν χέρσες εκτάσεις που θα τις εκμεταλλεύονται τα θηράματα.
  • Προγραμματισμό των μορφών καλλιέργειας, ώστε να δημιουργηθεί ένα μωσαϊκό και να αποφεύγονται οι εκτεταμένες μονοκαλλιέργειες.
  • Εφαρμογή προγράμματος οικολογικής καταπολέμησης τωζιζανίων και των εντόμων.
  • Η δημιουργία φυσικών φρακτών ανάμεσα στους αγρούς και η διατήρηση όσων υπάρχουν και όχι η εκχέρσωσή τους.
  • Να αποφεύγεται το κάψιμο των καλαμιών μετά το θερισμό.
  • Η περίοδος του θερισμού των δημητριακών παρουσιάζει μια μικρή διακύμανση από περιοχή σε περιοχή. Στη Μακεδονία το θέρισμα των αγρών αρχίζει με μια καθυστέρηση περίπου 15 ημερών από ότι στη Θεσσαλία, αυτό το διάστημα είναι πολλές φορές καθοριστικό ώστε να προλάβουν να εκκολαφθούν οι νεοσσοί και να απομακρυνθούν.

Κείμενο: Βασίλειος Αλεξίου, Δασολόγος Περιβαλλοντολόγος, Ευάγγελος Χατζηνίκος, Δασολόγος Περιβαλλοντολόγος

Print Friendly, PDF & Email

demobanner

Print Friendly, PDF & Email


Σχετικά Άρθρα

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στο ihunt.gr. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας Αποδοχή Περισσότερα