Αρχική iHunt.gr Το αγριογιδο στη Δυτικη Ροδοπη

Το αγριογιδο στη Δυτικη Ροδοπη

από iHunt Team
rupicapra

demobanner



Το αγριόγιδο είναι ένα είδος αντιλόπης που απαντάται Ευρωπαϊκή ήπειρο, με κατανομή που φαίνεται στο χάρτη της Εικ. 1. Στη χώρα μας ενδιαιτάται το βαλκανικό υποείδος το οποίο απαντάται σε αρκετές ορεινές περιοχές που αναλυτικά αναφέρονται στην παράγραφο 1.6 και στην Εικ. 2. Στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 92/43 περιλαμβάνεται στο παράρτημα IV του άρθρου 20, ως είδος που απαιτεί αυστηρή προστασία και δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα V του ιδίου άρθρου, πράγμα που σημαίνει ότι άτομα του είδους δεν επιτρέπεται να αφαιρεθούν από το φυσικό τους ενδιαίτημα για κανενός είδους εκμετάλλευση.
Διάφοροι ερευνητές την τελευταία εικοσαετία έχουν καταγράψει την γεωγραφική του εξάπλωση στη χώρα μας και έχουν κάνει εκτιμήσεις των πληθυσμών του, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.6.

Το επιστημονικό επιτελείο της ΚΟΜΑΘ εδώ και μια πενταετία, έχοντας την γνώση της ορεινής υπαίθρου αφενός και μελετώντας τις διάφορες δημοσιευμένες επιστημονικές σχετικές εργασίες αφετέρου, θεώρησε ότι οι μέθοδοι καταμέτρησης που χρησιμοποιήθηκαν μέχρι τώρα από τους διάφορους ερευνητές οδηγούν πιθανότατα σε υποεκτιμήσεις, και σε ότι αφορά στην κατανομή, και σεότι αφορά στην αριθμητική εκτίμηση των πληθυσμών του είδους.

Για τους λόγους αυτούς και ύστερα από εισήγηση της Δ/νσης Επιστημονικών Δράσεων, το Δ.Σ. της ΚΟΜΑΘ ενέκρινε τη δαπάνη της διοργάνωσης ετήσιας απογραφής του πληθυσμού του είδους στο Δάσος Φρακτού του Ν. Δράμας, στα τέλη Νοεμβρίου κάθε έτους, με την προϋπόθεση βέβαια της έκδοσης των απαιτούμενων αδειών. Την επιστημονική ευθύνη του έργου ανέλαβε ο κ. Μπίρτσας Περικλής, Επίκουρος Καθηγητής του ΤΕΙ Λάρισας καιΔ/ντής Επιστημονικών Δράσεων της ΚΟΜΑΘ. Το εξειδικευμένο προσωπικό που συμμετέχει κάθε χρόνο στις εργασίες καταμέτρησης αποτελείται από επιστημονικά στελέχη της ΚΟΜΑΘ, ιδιωτικούς φύλακες Θήρας, εθελοντές κυνηγούς του Κ.Σ. Δράμας, στελέχη του Δασαρχείου Δράμας, καθώς και του Φ.Δ.Ο.Ρ.

1. Στοιχεία βιολογίας, οικολογίας και γεωγραφικής εξάπλωσης του αγριόγιδου

1.1 Εξάπλωση – Ταξινόμηση



Το αγριόγιδο ανήκει στην τάξη των Αρτιοδάκτυλων και στην οικογένεια των Βοοειδών (Bovidae). Η οικογένεια Bovidae αποτελείται από εννέα υποοικογένειες περιλαμβάνει 49 γένη και 115 είδη που έχουν μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση σε Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Β. Αμερική και Ιαπωνία. Έχει γίνει εισαγωγή σε Ν. Ζηλανδία και Αυστραλία (ShackletonandLovari 1997).

1.2. Χαρακτηριστικά – Βιολογία του είδους

Το αγριόγιδο είναι ένα ορεσίβιο οπληφόρο θηλαστικό, μεγέθους οικόσιτης κατσίκας με μέσο βάρος 40-50 kg. Έχει χρώμα σταχτοκάστανο τους θερινούς μήνες, με δύο χαρακτηριστικές σκουρόχρωμες λωρίδες κατά μήκος των παρειών του προσώπου του. Την χειμερινή περίοδο το τρίχωμά του αποκτά μαυροκαστανό χρώμα. Το ύψος των ενήλικων ζώων δεν ξεπερνά τα 80 εκ. και το μήκος του σώματός τους τα 110-130 εκ. Τα άκρα του καταλήγουν σε σκληρές ελαστικές οπλές, που προσφέρουν σταθερό πάτημα στις μικρές προεξοχές των βράχων, αλλά και στις περιπτώσεις όπου το χιόνι είναι βαθύ αυτές ανοίγουν και καταλαμβάνουν μεγαλύτερη επιφάνεια.

Διαθέτει κέρατα κατακόρυφα ως προς το επίπεδο του κρανίου, οξύληκτα και κυρτά προς τα μέσα για τα αρσενικά και κυρτά ελαφρώς προς τα έξω για τα θηλυκά, το μήκος τους σπάνια ξεπερνά τα 30 εκ. Το αγριόγιδο είναι είδος ημερόβιο. Για την αναζήτηση της τροφής του κινείται κυρίως τις πρωινές και απογευματινές ώρες. Τελευταία, έρευνες έδειξαν ότι κινείται και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η δραστηριότητα της τροφοληψίας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες (εποχή, κλίμα, διαθεσιμότητα κ.ά.). Λόγω των ιδιαιτέρων σωματικών χαρισμάτων του, το αγριόγιδο κινείται με επιδεξιότητα σε απόκρημνες  πλαγιές. Τα δύο φύλλα ζουν χωριστά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, έκτος από την περίοδο του ίστρου (Νοέμβριος – Ιανουάριος). Η περίοδος κύησης διαρκεί 150-180 ημέρες περίπου. Κατά τους μήνες Μάιο-Ιούνιο το θηλυκό γεννά 1-2 μικρά σε απόκρημνες θέσεις. (Elsner-Schack 1985, Schroder, 1985).



1.3. Χρήση ενδιαιτήματος

Η επιλογή ενδιαιτήματος από το αγριόγιδο επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως τοπογραφία, κλίμα, διαθεσιμότητα και ποιότητα της τροφής, φυσικοί εχθροί, όχληση από ανθρώπινες δραστηριότητες, καθώς και ενδογενείς παράγοντες του πληθυσμού, όπως είναι ο ενδοειδικός ανταγωνισμός, η ηλικιακή δομή, κ.ά. (Elsner-Schack 1985, Herrero et al. 1996, Fankhauser and Enggist2004). Ο κατάλληλος τόπος βλάστησης σε συνδυασμό με την παροχή ασφάλειας φαίνεται να είναι ιδιαίτερα σημαντικά χαρακτηριστικά για την επιλογή του ενδιαιτήματος.Συγκεκριμένα, την καλοκαιρινή περίοδο το αγριόγιδο χρησιμοποιεί αλπικά λιβάδια, σκιαζόμενες πλαγιές και βόρειες εκθέσεις, ενώ κατά την περίοδο του χειμώνα προτιμάει περιοχές με βράχια, στις οποίες συγκεντρώνεται μικρή ποσότητα χιονιού και υπάρχει διάσπαρτη βλάστηση. Σημαντικό είναι επίσης να αναφερθεί ότι την ψυχρή περίοδο του έτους, προτιμά προσήλιες θέσεις οι οποίες του παρέχουν κατάλληλη θερμοκρασία (Elsner-Schack 1985).
Η έρευνα των Herrero et al. (1996) έδειξε ότι το αγριόγιδο χρησιμοποιεί περιοχές με διαφορετικό υψόμετρο, ανάλογα με την εποχή και τις καιρικές συνθήκες. Το γενικό μοντέλο μετακίνησης στηρίζεται στην εποχιακή μετακίνηση από χαμηλού υψομέτρου περιοχές την ψυχρή περίοδο σε μεγαλύτερα υψόμετρα την θερμή περίοδο του έτους.

1.4. Παράγοντες που επηρεάζουν τους πληθυσμούς του αγριόγιδου

Το αγριόγιδο, όπως και τα υπόλοιπα είδη ζώων, επηρεάζεται από διάφορουςπαράγοντες, εξωγενείς ή ενδογενείς. Εκτός από την λαθροθήρα, τα αγριόγιδα επηρεάζονται αρνητικά και από άλλες δραστηριότητες όπως: η αλόγιστη διάνοιξη δασικών οδών, η ανεξέλεγκτη υπερβόσκηση των υπαλπικών λιβαδιων, δραστηριότητες ορεινού τουρισμού, δασικές πυρκαγιές κ.ά. Επίσης σε κάποιες Ευρωπαϊκές χώρες έχουν καταγραφεί πολλές ασθένειες και παθογόνσι οργανισμοί οι οποίες επιφέρουν επιπτώσεις στους πληθυσμούς του.Σύμφωνα με έρευνα των Perez et al. (1997) η μεταδοτική ασθένεια της ταινίας (Sarcoptes scabiei, DeGeer 1778) υπάρχει στα θηλαστικά (άγρια και οικόσιτα) όσο και στον άνθρωπο. Πολλά άγρια οπληφόρα όπως το ελάφι, το ζαρκάδι, το αγριόγιδο κ.ά. υποφέρουν από την μεταδοτική αυτή ασθένεια. Ο πληθυσμός των αγριόγιδων στις Γαλλικές Άλπεις μειώθηκε σε ποσοστό 37% από την ασθένεια της κερατοεπιπεφυκίτιδας στο χρονικό διάστημα 1977-1981 και 1982-1993 (Loison et al. 1996). Τα κτηνοτροφικά ζωα μεταδίδουν ασθένειες, στα άγρια οπληφόρα και ιδιαίτερα στα αγριόγιδα, όπως η βρουκέλλωση (Gauthier etal. 1991).

1.5. Κατανομή και πληθυσμοί του είδους (R.r. balcanica) στη Βαλκανική χερσόνησο

Στην Αλβανία το αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balcanica L.) διαβιώνει στο μεγαλύτερο τμήμα του ορεινού χώρου της χώρας, από νότια στο όρος Νεμέρτσικα, έως βόρεια στο όρος Τρόποτζε, ενώ ο πληθυσμός τους εκτιμάται στα 1.000 άτομα (Gjiknuri, 1997). Στη Βουλγαρία το είδος διαβιώνει στις περιοχές Ρίλα και Πιρίν και
νοτιοανατολικά στην οροσειρά της Ροδόπης, με πληθυσμό περίπου στα 2.500 άτομα (Valchev et al. 2006), ενώ στην Πρώην Γιουγκοσλαβία τα αγριόγιδα διαβιώνουν σε όρη της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, του Μαυροβουνίου, της Σερβίας και του Κοσόβου και ο πληθυσμός τους εκτιμάται σε τουλάχιστον 14.000 άτομα (Krygtufek, et al. 1997).

1.6. Κατανομή και πληθυσμοί του αγριόγιδου στον Ελλαδικό χώρο



Σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλοζώων το αγριόγιδο σήμερα ζει στα εξής ορεινά συγκροτήματα: Γκιώνα, Βαρδούσια, Οίτη, Όλυμπος, Γκαμήλα (Τύμφη), Σμόλικας, Ζυγός, Τριγγία, Λύγκος, Γράμμος και Δυτική Ροδόπη. Παλαιότερα ζούσε και στον Παρνασσό. (Καρανδεινός, 1992). Παλαιότερες έρευνες
αναφέρουν συνολικό εθνικό πληθυσμό 300-500 άτομα (Adamakopoulos et al. 1997, Hatzivarssanis, 1991) ενώ πιο πρόσφατες 477-750 άτομα (Papaioannou and Kati, 2007).

1.7. Κατανομή και πληθυσμοί του αγριόγιδου στο Ελληνικό τμήμα της Οροσειράς της Ροδόπης

Το αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balcanica) απαντάται σε όλη σχεδόν την οροσειρά της Ροδόπης με αρκετά μεγάλους πληθυσμούς κυρίως στο Βουλγαρικό τμήμα της, που είναι και το μεγαλύτερο. Σύμφωνα με το Βουλγαρικό Σχέδιο Δράσης για το Βαλκανικό Αγριόγιδο 2007-2016, ο πληθυσμός του στο Βουλγαρικό τμήμα της οροσειράς εκτιμάται σε 1200 περίπου άτομα. Στο ελληνικό τμήμα της οροσειράς, το είδος εξαπλώνεται σε 3 κυρίως περιοχές:

α) στην περιοχή του δάσους Φρακτού του Ν. Δράμας



β) στην ευρύτερη περιοχή της Κούλας στα όρια των Ν. Δράμας και Ξάνθης και

γ) στην ενδιάμεση αυτών περιοχή (Γιαννακόπουλος και Γκούμας 1998, Τσαχαλίδης – Μπίρτσας καν συν 2006). Παρατηρήσεις των Γιαννακόπουλου και Καραμπατζάκη 2011, έχουν εντοπίσει εποικισμό του είδους και σε περιοχές του Φαλακρού όρους, καθώς και σε άλλες περιοχές της Δυτικής Ροδόπης. Ειδικότερα για τον εποικισμό του είδους σε άλλες περιοχές της Δυτικής Ροδόπης, οι προαναφερθέντες έχουν παρατηρήσει αγριόγιδα σε μικρές ομάδες να ζουν διάσπαρτα στα δάση, σε μη τυπικό για το είδος ενδιαίτημα και να  υμπεριφέρονται όπως το ζαρκάδι. Το ίδιο επιβεβαίωσε ότι συμβαίνει και στη Βουλγαρική Ροδόπη ο κ. Χρήστος Μιχαήλοφ, Θηραματολόγος, καθηγητής στο δασολογικό πανεπιστήμιο της Σόφιας, σε προσωπική συζήτηση που είχε μαζί του ο κ. Θ. Καραμπατζάκης, τον Απρίλη του 2012.

Η πρώτη προσπάθεια καταγραφής του πληθυσμού πραγματοποιήθηκε το 1991 με εκτίμηση 30-40 άτομα (Xatzirvassanis, 1991). Το 1994 ξεκίνησε δεύτερη προσπάθεια με μεγαλύτερη ένταση δειγματοληψίας (4,5 έτη έρευνας από 2 παρατηρητές) και ολοκληρώθηκε το 1998 με εκτίμηση του πληθυσμιακού μεγέθους μόνο στην περιοχή του δάσους του Φρακτού στα 65-75 άτομα (Γιαννακόπουλος και Γκούμας 1998). Στη συνέχεια η έρευνα επεκτάθηκε νοτιοανατολικότερα του δάσους του Φρακτού με την καταγραφή νέας ομάδας αποτελούμενης από 20-30 άτομα (Γιαννακόπουλος και Γκούμας αδημ. στοιχεία, Sfougaris et al. 1999). Στα πλαίσια της ΕΠΜ Ροδόπης η εκτίμηση στην περιοχή του δάσους του Φρακτού το 1999 ήταν 65 άτομα (Παπαϊωάννου 1999). Το 2004-2005 έγινε επανάληψη της έρευνας σε όλη την οροσειρά και καταγράφηκαν 80-90 στην περιοχή του Φρακτού και 25-38 άτομα στο ανατολικό τμήμα (Τσαχαλίδης-Μπίρτσας και συν 2006).
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι μέχρι τώρα προσπάθειες απογραφής έγιναν με προσωπικό πεδίου που κυμαινόταν από 1 -5 άτομα, ενώ είναι η πρώτη φορά που πραγματοποιείται απογραφή στην Ροδόπη από 18 έμπειρους παρατηρητές ταυτόχρονα (παρούσα μελέτη της ΚΟΜΑΘ).

2. Σκοπός

Ο σκοπος του έργου συνισταται στα εξής:

  • Να επιτευχθεί μια όσο το δυνατόν λεπτομερέστερη απογραφή του πληθυσμού και των ενδιαιτημάτων του αγριόγιδου στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Ροδόπης (Ελληνικό τμήμα), με επίκεντρο το δάσος του Φρακτού.
  • Να ελεγχθεί η ορθότητα της μεθόδου καταμέτρησης και να επεκταθεί μελλοντικά και σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.

3. Φυσιογνωμία της περιοχή έρευνας

Ο ορεινός σχηματισμός της Ροδόπης αποτελεί οροσειρά με κατεύθυνση από ΒΔ προς ΝΑ και καταλαμβάνει έκταση περίπου 2.000 τ.χλμ. Γεωλογικά ανήκει στην μάζα της Ροδόπης. Το κλίμα της περιοχής χαρακτηρίζεται ως μεταβατικό από μεσογειακό προς μεσευρωπαϊκό / υγρό-ηπειρωτικό με βραχεία θερμή περίοδο το καλοκαίρι. Το ετήσιο ύψος της βροχής είναι 1500-2000 χλστ. και η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι 11,40°C. Ο βιοκλιματικός όροφος χαρακτηρίζεται ως αξηρικός-εύκρατος (Μαυρομάτης 1978, Eleftheriadou and Raus 1996). To 84% περίπου της οροσειράς καλύπτεται από συγκροτημένα δάση. Η βλάστηση στην περιοχή περιλαμβάνει κυρίως μικτές συστάδες οξυάς (Fagus sp.), ερυθρελάτης (Picea abies), ελάτης (Abies borisii-regis) και δασικής πεύκης (Pinus sylvestris), είδη δρυός (Quercus sp.), καθώς και λιβαδικές εκτάσεις με βραχώδεις σχηματισμούς. Στην ευρύτερη περιοχή της Ροδόπης απαντώνται όλα τα μεγάλα θηλαστικά όπως: αρκούδα (Ursus arctos), ελάφι (Cervus elaphus), ζαρκάδι (Capreolus capreolus), αγριόχοιρος (Sus scrofa), λύκος (Canis lupus), ενώ από τα πουλιά ο αγριόκουρκος (Tetrao urogallus), η αγριόκοτα (Tetrastes bonasia), το χαροπούλι (Aegolius funereus), η μαυροτσικλιτάρα (Dryocopus martius) κ.ά.

4. Υλικά και μέθοδος

Η μελέτη των θηλαστικών και ιδιαίτερα των αγριόγιδων είναι μια διαδικασία αρκετά δύσκολη, λόγω της συμπεριφοράς τους και της ιδιαιτερότητας της δομής του ενδιαιτήματος τους. Η συμπεριφορά τους μεταβάλλεται ανάλογα με την εποχή του χρόνου, τις κλιματολογικές συνθήκες, την διαθεσιμότητα της τροφής, αλλά και την όχληση από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Για την επίτευξη του σκοπού αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος της «ταυτόχρονης καταγραφής (flash point) με περιοδικές μετρήσεις (periodic itinerary) από μόνιμες θέσεις πανοραμικής θέας (fixed panoramic observation site)» (Altmann 1974, Besson 1982, Berducou 1985).

Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, η μεθοδολογία αυτή εφαρμόζεται παγκοσμίως για τη λήψη δεδομένων πεδίου, που αφορούν τόσο στην εκτίμηση του πληθυσμού όσο και στη χρήση του ενδιαιτήματος του (Altmann 1974, Besson 1982, Berducou 1985). Σε αρκετές έρευνες έχει χρησιμοποιηθεί και η μέθοδος της γραμμικής δειγματοληψίας (transect routes) σε προκαθορισμένες διαδρομές, που στην περίπτωσή μας κρίθηκε αδόκιμη λόγω του ισχυρού αναγλύφου της περιοχής.

Η λήψη των δεδομένων πραγματοπιήθηκε από 9 επιμέρους ομάδες αποτελούμενες από δύο μέλη η κάθε μία (18 άτομα σύνολο). Η κάθε ομάδα με το πρώτο φως ξεκίνησε και κατέλαβε την προκαθορισμένη θέση της. Με ραδιοεπικοινωνία δόθηκε το σύνθημα της ετοιμότητας και όλες οι ομάδες καταμετρούσαν ταυτόχρονα επί τέσσερα ημίωρα τα ζώα που έβλεπαν στο οπτικό τους πεδίο με χρήση διοπτρών παρατήρησης και τηλεσκοπίων (διοπτρών 10Χ, τηλεσκόπιων 20-60Χ). Με χρήση G.P.S. ελέγχθηκε από τους παρατηρητές η ορθότητα της προκαθορισμένης θέσης και με τη χρήση πυξίδας προσδιορίστηκαν τα όρια του οπτικού πεδίου κάθε θέσης παρατήρησης (αριστερό και δεξί αζιμούθιο). Επίσης, όταν δύο ζώα είχαν μεταξύ τους απόσταση <50 μ. λαμβάνονταν ως μία ομάδα. Τα μοναχικά άτομα του πληθυσμού καταγράφηκαν ως ομάδα με μέγεθος 1 (Altmann 1974, Escos and Alados 1988, Garcia-Gonzalez et al. 1991, Pepin et al. 1991, Herrera et al. 1996, και Dalmau et al. 2002). Η καταγραφή σημειώνεται σε ειδικό έντυπο απογραφής το οποίο υπάρχει στο παράρτημα.

5. Αποτελέσματα – συζήτηση

Τα αποτελέσματα των τεσσάρων ετησίων καταμετρήσεων, τα οποία συγκεντρώθηκαν σύμφωνα με την μεθοδολογία που περιγράφηκε παραπάνω στην περιοχή έρευνας (δάσος Φρακτού), δίνονται στον πιν. 1. Ο πληθυσμός αφορά τον αριθμό των ατόμων που καταμετρήθηκαν από τις 9 θέσεις παρατήρησης και μόνον αυτά. Λόγω του ισχυρού αναγλύφου του εδάφους, του εκτεταμένου ενδιαιτήματος και της βλάστησης, μεγάλο μέρος του ” ενδιαιτήματος παραμένει αθέατο. Από αυτούς τους λόγους εκτιμάται ότι ο πραγματικός πληθυσμός του αγριόγιδου στο δάσος του Φρακτού είναι πολλαπλάσιος των καταμετρηθέντων ατόμων. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού χρησιμοποιεί και περιοχές εκτός Παρθένου δάσους (Διατηρητέου Μνημείου της Φύσης), ενώ παρατηρήθηκαν άτομα και εκτός του Κ.Α.Ζ. Φρακτού, από δύο θέσεις παρατήρησης που είχαν τοποθετηθεί εκεί. Το μέγεθος των ομάδων αγριόγιδων κυμάνθηκε από 1-11 άτομα. Στην περιοχή τις ημέρες της καταμέτρησης (τρίτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου – ψυχρή περίοδος του έτους), τα αγριόγιδα εντοπίστηκαν σε υψόμετρα 900 -1.800 μ.. Η βλάστηση του ενδιαιτήματος (Παρθένο δάσος Φρακτού) περιλαμβάνει κυρίως μικτές συστάδες οξυάς (Fagus sp.), ερυθρελάτης (Picea excelsa), ελάτης (Abies borisii-regis) και δασικής πεύκης (Pinus sylvestris), είδη δρυός (Quercus sp.), καθώς και λιβαδικές εκτάσεις με βραχώδεις σχηματισμούς.

Όσον αφορά τα αποτελέσματα που αναγράφονται στον πιν. 1 και αφορούν στο σύνολο των καταμετρηθέντων ατόμων, από όλες συνολικά τις θέσεις παρατήρησης για κάθε έτος, πρέπει να σημειωθεί ότι οι απόλυτοι αριθμοί δεν έχουν τόσο μεγάλη σημασία για την εκτίμηση του πληθυσμού, όσο οι δείκτες των τριών τελευταίων στηλών. Ετσι βλέπουμε ότι η σχέση φύλου κυμαίνεται από 1 αρσ. / 0,9 -1,18 θηλ. με μέση τιμή 1 αρσ. /1,08 θηλ. και σύμφωνα με τα βιβλιογραφικά δεδομένα συνιστά καλό δείκτη γονιμότητας και ευρωστίας του πληθυσμού. Ο αριθμός ανηλίκων ατόμων ανά ενήλικο θηλυκό που συνιστά δείκτη επιτυχίας της αναπαραγωγής, ενώ ήταν πολύ καλός το 2009 (0,82) και σύμφωνα με τα διεθνή βιβλιογραφικά δεδομένα δείχνει πληθυσμό με αυξητική τάση (προσαύξηση) 15% το χρόνο, τις τρεις επόμενες χρονιές μειώθηκε (0,34 / 0,48 & 0,65) για να μειωθεί ακολούθως και ο συνολικός καταμετρηθείς πληθυσμός. Όπως μπορεί να δει κανείς, τις τρεις επόμενες χρονιές (2010,2011 & 2012) μεγάλη μείωση παρατηρήθηκε στον αριθμό των ανηλίκων που παρατηρήθηκαν, που σημαίνει ότι για κάποιο λόγο υπήρξε μεγάλη θνησιμότητα στα ανήλικα άτομα. Τέλος από τον συντελεστή γεννητικότητας που κυμαίνεται από 0,19 έως 0,45 με μέση τιμή 0,30 φαίνεται ότι στα επόμενα χρόνια ο πληθυσμός θα παραμείνει σταθερός, αλλά ίσως και να μειωθεί.

6. Συμπεράσματα – προτάσεις

Εκείνο που πρέπει να ερευνηθεί στο μέλλον, εκτός από τις συνεχείς ετήσιες καταμετρήσεις με την ίδια μέθοδο, είναι:

  • Να εκτιμηθεί η ποσοτική θνησιμότητα των ανηλίκων και να διερευνηθεί η προέλευσή της, ώστε να ληφθούν ανάλογα διαχειριστικά μέτρα.
  • Να επεκταθεί η ετήσια καταμέτρηση σε όλες τις περιοχές της Ροδόπης και αν είναι δυνατόν και στη Βουλγαρική πλευρά.
  • Με ανάλυση γενετικού υλικού (DNA) να διερευνηθεί αν οι πληθυσμοί Ελλάδας και Βουλγαρίας «επικοινωνούν».
  • Να ερευνηθεί το «παράδοξο» του εποικισμού του είδους σε μη τυπικά ενδιαιτήματα.

Ευχαριστίες:
Για την διοργάνωση αυτής της έρευνας βοήθησαν με τον τρόπο τους πολλοί συντελεστές. Ευχαριστούμε τον προϊστάμενο της Δ/νσης Αισθητικών Δασών, Δρυμών και Θήρας, τους Δασάρχες Δράμας πρώην κ. Ανδρέα Τσίγκη και νυν κ. Κωνσταντινίδου Ελισσάβετ, τους Υπεύθυνους Θήρας του Δασαρχείου Δράμας κ.κ. Κωνσταντίνο Λαφτσίδη, Δημητριάδου Σταυρούλα και Σαρίκου Σοφία, τον Πρόεδρο της ΚΟΜΑΘ κ. Ιωάννη Πολύχρονη και τους Προέδρους του Κ. Σ. Δράμας κ.κ. Γεώργιο Παπαντωνίου και Γεωργιάδη Ιωάννη. Ιδιαίτερες ευχαριστίες εκφράζουμε προς τους Δασοφύλακες του Δασαρχείου Δράμας και ιδιαίτερα στον συνταξιούχο Δασοφύλακα και κυνηγό μέλος του Κυνηγετικού Συλλόγου Δράμας κ. Βασίλειο Παραστατίδη, του οποίου η εμπειρία ήταν ανεκτίμητη.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Adamakopoulos Τ, Hablutzel C & Hatzivrssanis V., 1997. Status and distribution of Caprinae in Greece. In : SHACKLETON DM (ed), Wild Sheep and Goats and their Relatives, IUCN, Cambridge, UK: 104-108. Altmann, J. 1974. Observational study of behavior: sampling methods. Behavior49:227-67.
Bolt, A. 2002. Habitat use of Alpine chamois, Rupicapra rupicapra rupicapra, in winter, influenced by paragliding and other air traffic. ΙΠ World Conference on Mountain Ungulate. Saragosa (Aragon, Spain), June 1 ΟΙ 5,2002.
Dalmau, A., X. Mantea and A. Ferret. 2002. Preliminary results on habitat selection in Pyrenean chamois, Rupicapra pyrenaica pyrenaica, in the Cadi range. (Part I). ΠΙ World Conference on Mountain Ungulate. Saragosa (Aragon, Spain), June 10-15,2002.
Eleftheriadou, E. and T. Raus. 1996. The vascular flora of the nature reserve Frakto Virgin Forest of Nomos Dramas (E. Macedonia, Greece). Willdenowia25:455-485.
Escos, J. and C.L. Alados. 1988. Estimating mountain ungulate density in Sierras de Cazorla y Segura. Mammalia 3:425-428.
Fankhauser, R. andP. Enggist. 2004. Simulation of alpine chamois, Rupicapra rupicapra rupicapra, habitat use.
Ecological Modelling 175. (2004), pp. 291-302.
Garcia-Gonzalez, R. and P. Cuartas. 1996. Trophic utilization of a montane/ subalpine forest by chamois (Rupicapra pyrenaica) in the Central Pyrenees. Forest Ecology and Management 88:15-23.
Gauthier, D. 1991. Pathologie respiratoire et ecologie microbienne des chamois des massifs del Bauges et de la Vanoise. Bulletin d’Information sur la Pathologie des Animaux Sauvages 7:7-96.
Hamr, J. 1985. Seasonal home range size and utilization by female chamois (Rupicapra rupicapra) in Northern Tyrol. In: S. Lovari (ed.), The Biology and Management of Mountain Ungulates. Croom Heim, London, pp. 106-116.
Hatzirvassanis, V. 1991. The status of chamois (Rupicapra rupicapra balcanica) in Greece. Biologia GalloHellenica vol. XVHI: 31-45.
Herrero, J., I. Garin, A. Garcia-Serrano and R. Garcia-Gonzalez. 1996. Habitat use in a Rupicapra pyrenaica pyrenaica forest population. Forest Ecology and Management 88:25-29.
Loison, A., Gaillard, J. M., Jullien, J. M. (1996). Demographic patterns after an epizootic of Keratoconjunctivitis in a chamois population Journal ofWildlife Management, Volume 60, Issue 3, pp: 517-527.
Papaioannou X and V. Kati 2007. Current status of the Balkan chamois (Rupicapra rupicapra balcanica) in Greece Implications for conservation. Belg. J. Zool., 137 (1): 33-39
Pepin, D., Faivre, R. & Menaut, P. (1996). Factors affecting the relationship between body mass and age in the izard. Journal of Mammalogy 77:351-358.
Pepin, D., G. Gonzalez and R. Bon. 1991. Le chamois et l’lsard. Terre Vie (Rev. Ecol.) suppl. 6:111-153.
Perez, J., Ruiz-Martinez, I., Granados, J., Soriguer, R. & Fandos, P. (1997). The dynamics of sarcoptic menge in theisex population of Sierra Nevada in Spain-Influence of climatic fucton J. Wildl. Res 2(1), 86-89.
SchroderW. 1985. Management ofmountain Ungulates. In: S. Lovari (Ed.). The Biology and Management of Mountain Ungulates. London, Croom Heim, pp. 171 -196.
Sfougaris, A., A. Giannakopoulos, H. Goumas and E. Tsachalidis. 1999. Status and management needs of a Balkan chamois population in the Rodopi Mountains, Greece. Caprinae (Newsletter of the IUCN/SSC Caprinae Specialist Group), May 1999, pp. 4-5.
Shackleton, D. M. and S. Lovari. 1997. Classification Adopted for the Caprinae Survey. Pp. 9-14. In Shackleton, D. M. (ed). Wild Sheep and Goats and their Relatives IUCN, Gland, Switzerland.
Γιαννακόπουλος ΑκαιΓκούμαςΗ. 1998. «Μελέτη της βιολογίας και οικολογίας του Αγριόγιδου (Rupicapra rupicapra balcanica) στην οροσειρά της Ροδόπης». Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Καβάλας, Τμήμα Δασοπονίας καιΔιαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος, ΠαράρτημαΔράμας. Πτυχιακή διατριβή.
Elsner-Schack, I. 1985. Seasonal changes in the size of chamois groups in the Ammergauer Mountains, Bavaria. In: S. Lovari (ed.), The Biology and Management of Mountain Ungulates. Croom Heim, London, pp. 148-153.
Τσαχαλίδης E., Σφουγγάρης A., Μπίρτσας Π. και Γιαννακόπουλος A. 2006. Παρούσα κατανομή και πληθυσμός του αγριόγιδου (Rupicapra rupicapra balcanica) στην Οροσειρά της Ροδόπης». Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Ελληνικής Οικολογικής Εταιρείας και Ελληνικής Ζωολογικής Εταιρείας «Οικολογία και Διατήρηση της βιοποικιλότητας». Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Ιωάννινα, 16-19 Νοε

Από την έντυπη έκδοση της ΣΤ’ ΚΟΜΑΘ – “ΠΑΝ-ΘΗΡΑΣ Τα πάντα περί θήρας”

Print Friendly, PDF & Email

demobanner

Print Friendly, PDF & Email


Σχετικά Άρθρα

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στο ihunt.gr. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας Αποδοχή Περισσότερα