Αρχική iHunt.gr Το κυνήγι του λαγού 2500 χρόνια πριν

Το κυνήγι του λαγού 2500 χρόνια πριν

από iHunt Team
lagos

Ο λαγός αποτελεί δημοφιλές θήραμα των Ελλήνων εδώ και χιλιετίες. Η θήρα από την εποχή του επικού ποιητή Ομήρου δεν αποτελεί μια απλή δραστηριότητα εξεύρεσης τροφής, αντίθετα η μάθηση, η δυσκολία και η ένταση που τη χαρακτηρίζουν οδηγούν στον παραλληλισμό της με σκηνές μάχης και ηρωικών πράξεων. Σε αυτό το σημείο, σύμφωνα με μελετητές της αρχαιότητας, φαίνεται να αναπτύχθηκε μια νέα αντίληψη στην τότε ελληνική κοινωνία η οποία προσεγγίζει τη θήρα ως μέσο διαπαιδαγώγησης και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός πως αποτελεί δραστηριότητα συχνά αναφερόμενη στην αρχαία τέχνη σε όλες της μορφές της.

Η παιδεία στην Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα ήταν πολύ σημαντική και συνιστούσε δρόμο προς την αρετή, διδασκόταν μέσα από λόγους συμβουλευτικούς, μέσα από γεγονότα και τη δράση ανθρώπων “καλών και αγαθών”.

Έτσι οδηγηθήκαμε στο πρώτο βιβλίο στην ιστορία του ανθρώπου αφιερωμένο αποκλειστικά στο κυνήγι, τον Κυνηγετικό του Ξενοφώντα. Αποτελεί το πιο σημαντικό σωζόμενο εγχειρίδιο της αρχαιότητας για τη θήρα και έχει παραινετικό χαρακτήρα για το ιδανικό της δραστηριότητας. Η εκπαιδευτική αξία του κυνηγιού είναι διάχυτη σε όλο το έργο, καθώς και οι πολλαπλές ωφέλειές του στη ζωή των ανθρώπων που ασχολούνται με τη θήρα.

Ο Ξενοφώντας (430-355 π.Χ.) προερχόταν από εύπορη αθηναϊκή οικογένεια και εμψύχωνε το ιδανικό της καλοκαγαθίας. Αναφέρεται πως συνδύαζε αρμονικά το σωματικό κάλλος με την ψυχική ανωτερότητα και ευφυΐα. Υπήρξε μαθητής του Σωκράτη, επηρεάστηκε από τη διδασκαλία του και έγινε ένας πρακτικός φιλόσοφος της ζωής. Επιδίωκε την τάξη και την πειθαρχία και τον γοήτευε ο τρόπος ζωής των Σπαρτιατών. Βρισκόταν διαρκώς σε δράση και απεχθάνοταν την αδράνεια και τη μαλθακότητα.

Ο Ξενοφών ως στρατηγός, αφότου εκλέχτηκε από τους αξιωματικούς των Μυρίων, πήρε μέρος στην εκστρατεία του Κύρου εναντίον του Αρταξέρξη στην Ασία και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην επιστροφή των Ελλήνων από τα βάθη της Μ. Ασίας. Οδήγησε τους στρατιώτες του με επιτυχία μέσα από εχθρικά εδάφη και κάτω από δυσχερείς συνθήκες στο Βόσπορο, όπου ακούστηκε με λαχτάρα το «θάλαττα! θάλαττα!». Η μετέπειτα συμμετοχή του στη μάχη της Κορώνειας στο πλευρό των Σπαρτιατών είχε ως αποτέλεσμα την εξορία του από την Αθήνα.

Κατά τη διάρκεια της εξορίας του, η Σπάρτη του προσέφερε κτήμα στη Σκιλλούντα της Ηλείας, σε απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων νότια της Αρχαίας Ολυμπίας και κοντά στον Αλφειό ποταμό. Εκεί ο Ξενοφώντας έχτισε ναό της θεάς Άρτεμις (μικρό αντίγραφο του μεγαλοπρεπούς ναού της Άρτεμις της Εφέσου) και ασχολήθηκε με αγροτικές δραστηριότητες, τη θήρα και την ανατροφή των παιδιών του.

Τα γειτονικά δάση μέχρι το μεγάλο δρυοδάσος της Φολόης της Ηλείας ήταν πλούσια σε θηράματα και υπό το φως της Αρχαίας Ολυμπίας φαίνεται να ενέπνευσαν τον Ξενοφώντα ώστε να ασχοληθεί με τη συγγραφή του Κυνηγετικού.

Ιδιαίτερη θέση στο βιβλίο αυτό κατέχει το κυνήγι του λαγού, για το οποίο ο Ξενοφώντας αφιέρωσε μεγαλύτερο μέρος σε σύγκριση με άλλα θηράματα. Αυτό υποδεικνύει πως η τέχνη της λαγοθήρας και ο λαγός ως θήραμα γοήτευαν τον συγγραφέα, αλλά και ίσως πως το κυνήγι του λαγού ήταν πιο διαδεδομένο στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Το κυνήγι του λαγού κοσμεί πλήθος αρχαίων ελληνικών αγγείων και υπάρχει μεγάλη συγγένεια μεταξύ των περιγραφών του Ξενοφώντα και των αναπαραστάσεων. Μάλιστα πολλοί αρχαίοι λαγοκυνηγοί στο ύστατο χαίρε από τη ζωή επέλεγαν στην επιτύμβια στήλη να αναπαριστούν τον εαυτό τους με τον κυνηγετικό τους σκύλο και το θηρευμένο λαγό.

Σύμφωνα λοιπόν με τον Ξενοφώντα ο λαγός είναι δύσκολο να συλληφθεί λόγω της ταχύτητάς του. Σπάνια επίσης συλλαμβάνεται από τα σκυλιά. Το ανάγλυφο στην Ελλάδα και η βλάστηση εμποδίζουν την ανάπτυξη φυλών λαγωνικών δρομέων των ανοικτών εκτάσεων, ενώ οδηγούν σε ιχνηλάτες σκύλους που με την όσφρηση διώκουν το λαγό.

Η αδύναμη όραση του λαγού και η ιδιότητά του να επιστρέφει στη θέση όπου ξεφωλιάστηκε είναι γνωστή στον Ξενοφώντα και αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα του θηράματος αυτού. Για το σκοπό αυτό οι αρχαίοι Έλληνες επέλεγαν την περιοχή όπου θα κυνηγήσουν το λαγό και με προσοχή εκτιμούσαν τις διόδους διαφυγής. Εκτιμώ πως το μωσαϊκό θάμνων και χαμηλής ποώδους βλάστησης αποτελούσε τον κύριο κυνηγότοπο, καθότι πέρα από την καταλληλότητα του ενδιαιτήματος για το λαγό, προσέφερε καθορισμένα στενά περάσματα μεταξύ των θάμνων, έτσι ώστε να στήνονται τα ειδικά μικρά δίκτυα τα οποία οι αρχαίοι τα ονόμαζαν άρκυς.

Το δεύτερο σημαντικό σημείο είναι η ικανότητα του σκύλου στη δίωξη. Προφανώς οι αρχαίοι Έλληνες λαγοκυνηγοί προλάβαιναν να στήσουν τις άρκυς όταν τα σκυλιά έπιαναν ζεστά, αλλά η πιθανότητα διαφυγής του λαγού ήταν μεγάλη. Δεν εγκατέλειπαν όμως, βασίζονταν στην ικανότητα του σκύλου να γυρίσει το λαγό και προσπαθούσαν να εντοπίσουν και να προβλέψουν συνεχώς τις πιθανές διόδους διαφυγής ώστε να στήνουν εγκαίρως τις άρκυς. Σημειώνει επίσης ο Ξενοφώντας ότι οι λαγοκυνηγοί θα πρέπει να είναι ντυμένοι ελαφριά, υποδηλώνοντας αυτό ακριβώς, ότι ο λαγοκυνηγός είναι συνέχεια σε κίνηση, ακολουθώντας, στήνοντας και ξεστήνοντας τις άρκυς. Αυτό απαιτεί εμπειρία, εξυπνάδα και ταχύτητα από πλευράς του λαγοκυνηγού.

Η ικανότητα των αρχαίων Ελλήνων λαγοκυνηγών εκφράζεται και από το ειδικό μικρό ρόπαλο το οποίο έφεραν και το εκσφενδόνιζαν εναντίον του λαγού προσπαθώντας να τον χτυπήσουν. Το ρόπαλο αυτό, ήταν συνήθως κυρτό και με κόμπους και το αποκαλούσαν λαγώβολο (εικόνες επιτύμβιων στηλών 2-4).

Σημειώνεται πως ο τρόπος της ανωτέρω περιγραφόμενης τεχνικής θα πρέπει να αντιπαραβληθεί με την τεχνική της παγάνας με τη χρήση μεγάλων διχτυών που έχουμε δει να εφαρμόζεται συχνά στη γειτονική Ιταλία για τη σύλληψη λαγών με σκοπό τη ζώγρηση (σύλληψη και μεταφορά σε γειτονική περιοχή). Ο Ξενοφώντας για το κυνήγι του λαγού δεν κάνει καμιά αναφορά σε πολυπληθείς ομάδες κυνηγών που ξεφωλιάζουν και οδηγούν το θήραμα σε συγκεκριμένη κατεύθυνση. Προφανώς η παγάνα δεν ενθουσίαζε τους αρχαίους Έλληνες καθώς δεν προϋποθέτει ιδιαίτερες ικανότητες και δεξιότητες (σημ. το τρίγωνο της ελληνικής κυνηγετικής φιλοσοφίας: Ο σεβασμός των αρχαίων Ελλήνων για την άγρια πανίδα).

Μελετώντας επίσης την έρευνα της Καπουσουζ (2009, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) σχετικά με τις γλυπτές αναπαραστάσεις κυνηγών κατά τα αρχαϊκά χρόνια, μπορεί να παρατηρηθεί ότι οι λαγοκυνηγοί φέρουν ένα θηρευμένο λαγό, όχι περισσότερους. Υποδηλώνοντας πως δεν ενθουσιάζονταν με την ποσότητα αλλά με τη διαδικασία της θήρας.

Του Δρος Χρήστου Κ. Σώκου

Print Friendly, PDF & Email

Σχετικά Άρθρα

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στο ihunt.gr. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας Αποδοχή Περισσότερα