Αρχική iHunt.gr Το πρωτο μου αγριογουρουνο

Το πρωτο μου αγριογουρουνο

από iHunt Team
alex_wildboar

demobanner

 



Για τους περισσότερους νέους κυνηγούς, η πρώτη επαφή με το κυνήγι, γίνεται με τη βοήθεια και την επίβλεψη κάποιου έμπειρου στη Θήρα, συγγενούς ή φίλου. Κατ ’επέκταση, τα πρώτα τους βήματα, γίνονται πάνω στα θηράματα που κυνηγούν οι τελευταίοι.

 

Έτσι ξεκίνησα κι εγώ το κυνήγι, πηγαίνοντας κυρίως για αγριογούρουνα με τον πατέρα μου, και μόνο μετά τη λήξη της κυνηγετικής περιόδου του αγριόχοιρου, πηγαίναμε και για πουλιά, κυρίως φάσες και υδρόβια.

 



Στην αρχή μαζί του στο καρτέρι, και αργότερα που πήρα όπλο στα χέρια μου στην παγάνα, για πάνω από πέντε χρόνια, τα περισσότερα σαββατοκύριακα από 15 Σεπτεμβρίου μέχρι και τη λήξη της περιόδου, τα περνούσα κυνηγώντας γουρούνια στο Πωγώνι ή την Κόνιτσα του νομού Ιωαννίνων.

 

Από το ’97 όμως και μετά, που έφυγα από τα Γιάννενα, ασχολήθηκα κυρίως με τα πουλιά και περισσότερο με τα υδρόβια, και η συχνότητα με την οποία πήγαινα στα γουρούνια περιορίστηκε στο ελάχιστο.

Το 2005 έτυχε να πάω μόνο για μία φορά, η οποία όμως έμελλε να χαραχτεί εντονότερα απ’ όλες στη μνήμη μου.

 



Ήταν Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2005, όταν κατά τις έντεκα τη νύχτα, φτάσαμε στο χωριό μου, την Καστάνιανη Κονίτσης, από τη Θεσσαλονίκη, με ένα φίλο, τελειόφοιτο δασολόγο, το Λευτέρη. Ο Λευτέρης δεν είναι κυνηγός, ακριβώς για το λόγο που αναφέρθηκε παραπάνω: δεν είχε κάποιο γνωστό να τον φέρει σε επαφή με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Παρ’ όλα αυτά, μετά τις αποδράσεις που έχουμε κάνει παρέα τον τελευταίο καιρό, και χωρίς εγώ να τον παροτρύνω, το πήρε απόφαση από του χρόνου να βγάλει κι αυτός άδεια Θήρας.

 

Η παρέα, ήταν να έρθει από τα Γιάννενα να κυνηγήσει στο χωριό την επόμενη μέρα. Το πρωί (ξυπνήσαμε αργά, κατά τις εννιάμιση), βρήκα ένα σημείωμα του πατέρα μου έξω από την πόρτα που έλεγε πως θα κάνουν παγάνα στο φυτώριο και αν θέλουμε να πάμε, να βγούμε στη Αγία Τριάδα, η οποία βρίσκεται σε απόσταση δύο χιλιομέτρων περίπου από το σπίτι μας.

 

Αφού ήπιαμε καφέ, αποφασίσαμε να πάμε. Κατά τις δέκα και μισή ήμασταν κοντά στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Η παρέα είχε βάλει ήδη την πρώτη παγάνα, αλλά τα γουρούνια που είχαν κόψει ήταν έξω, και έτσι ξεκινούσαν τη δεύτερη, στο διπλανό κομμάτι που είχαν από το πρωί ξεκομμένο έναν μονιά. Εμείς φτάσαμε τελευταία στιγμή πριν αμολήσουν τα σκυλιά, και κάτσαμε παγάνα, 500 μέτρα κάτω από την εκκλησία. Φεύγοντας από το αυτοκίνητο συνειδητοποίησα ότι ξέχασα να πάρω τα δράμια μαζί, και αν και πίστευα ότι δε θα χρειαστούν, γύρισα και τα πήρα.

 

Από τη ράχη στην οποία καθόμασταν, είχαμε πολύ καλή εποπτεία της παγάνας και ήταν εύκολο να παρακολουθούμε την πορεία των σκυλιών. Μόνο με το λάκκο στον οποίο ήταν πιασμένα τα καρτέρια δεν είχαμε οπτική και ακουστική επαφή, επειδή παρεμβαλλόταν μία ακόμη ράχη. Η παγάνα ξεκίνησε, και τα σκυλιά ακούγονταν πολύ αραιά στην αρχή. Παρακάτω από μας ήταν ο Μήτσος, αρχηγός της παρέας, ενώ πάνω και αριστερά, ο πατέρας μου, που έκατσε κι αυτός παγάνα.



 

Σε κάνα εικοσάλεπτο τα σκυλιά γάβγισαν για πέντε λεπτά στον τόπο και το γουρούνι σηκώθηκε γρήγορα, αφού κι εμείς αμέσως αρχίσαμε τις φωνές και τις ντουφεκιές.

 

 



Για πάνω από μισή ώρα, τα κλαφουνίσματα ακουγόντουσαν στο λάκκο που είχαμε μπροστά μας, και σκεπτόμενος ότι άμα ήταν γουρούνι θα είχε πάρει ευθεία πορεία, φοβήθηκα μήπως είχανε πάρει κανά ζαρκάδι.

Στη συνέχεια όμως το θήραμα πέρασε την απέναντι ράχη και σύντομα ακούστηκαν δυό ντουφεκιές από τα καρτέρια. Κανείς όμως δε μίλησε στο κινητό, κι έτσι παραμείναμε στις θέσεις μας μέχρι να δούμε τι γίνεται. Μετά από ένα τέταρτο παύσης, ακούστηκε πάλι πάνω στη ράχη ένα σκυλί να κυνηγάει, χωρίς όμως να έχει τη χαρακτηριστική ένταση στο γάβγισμά του. Αβέβαιοι για το τι γίνεται, ξαναρχίσαμε την παγάνα.

 

Το σκυλί ανέβηκε προς τη μεριά του πατέρα μου και κόντευε να βγει εκτός παγάνας, οπότε σταμάτησα να ρίχνω, περιμένοντας να το ξαναβάλω μπροστά, ανάμεσα από μένα και τα καρτέρια. Στο κινητό επικρατούσε σιγή ιχθύος, οπότε έπρεπε να αξιολογήσω την κατάσταση μόνος μου. Σε λίγο σταμάτησε κι ο πατέρας μου την παγάνα και κατάλαβα ότι το γουρούνι είχε περάσει πάνω από αυτόν, ενώ το σκυλί δεν ακουγόταν πια. Την πεντάλεπτη αναμονή, έσπασε η φωνή του σκυλιού, το οποίο ακούστηκε πλέον πολύ κοντά στα αυτοκίνητα, ακριβώς πάνω από μένα.

 

Με το φόβο να μη σπάσει το γουρούνι έξω από την παγάνα, στη ράχη από την οποία κατέβηκα, και τη γνώση ότι πιθανή φωνή ή ντουφεκιά μου θα είχε το παραπάνω αποτέλεσμα, λέω στο Λευτέρη να κάτσει εκεί που ήμασταν χωρίς να κάνει θόρυβο, και ξεκινάω να ανεβαίνω προς τα πάνω την απότομη ράχη με φοβερή υπερένταση και αγωνία.

 

Στη διαδρομή, άλλαξα τα φυσίγγια και έβαλα τρεις δραμιάρες στην καραμπίνα,  προσπαθώντας να μην κάνω κι εγώ καθόλου θόρυβο. Το σκυλί ήταν πλέον σε απόσταση μικρότερη των εκατό μέτρων από μένα, και επιβράδυνα το βήμα μου, για να μπορώ να ακούσω ή να δω το θήραμα, πριν με δει αυτό και χωρίς να με ακούσει.

 

Στο σημείο που είχα φτάσει έπαιζε πλέον σημαντικότερο ρόλο το να μη γίνω αντιληπτός, παρά να προσπαθήσω να ανέβω κι άλλο. Το σκυλί είχε σωπάσει πάλι τα τελευταία δευτερόλεπτα. Αμέσως μετά, αφού έβαλα το τελευταίο φυσίγγι, και ενώ περπατούσα πια πολύ σιγά και προσεκτικά, άκουσα το σπάσιμο ενός κλαδιού σε πολύ μικρή απόσταση. Δεν μπορούσα όμως να δω τίποτα γιατί παρεμβαλλόταν μία μικρή ραχούλα, κάθετα και δεξιά σ’ αυτήν που ανέβαινα εγώ. Ακινητοποιούμαι πλήρως και σαρώνω την περιοχή από τη μεριά που ακούστηκε το σπάσιμο με το βλέμμα μου, έχοντας όλες μου τις αισθήσεις σε τέτοια εγρήγορση που δεν είχα ξανανιώσει μέχρι τότε. Ξαφνικά, κι ενώ κοιτούσα λίγο δεξιότερα, αντιλαμβάνομαι μία αλλαγή στο οπτικό μου πεδίο, και βλέπω το κεφάλι του γουρουνιού στα δέκα μέτρα, με το υπόλοιπο σώμα του πίσω από τη ραχούλα κρυμμένο, να είναι τεντωμένο με τη δεξιά μεριά προς τα μένα ακίνητο, προσπαθώντας να ακούσει το σκυλί αν είναι ακόμα πίσω του.

 

Αμέσως μόλις είδα το γουρούνι, αντιλήφθηκα ότι με είδε κι αυτό. Η μεταξύ μας απόσταση ήταν τέτοια, που διέκρινα το στραμμένο προς τα μένα μάτι του καθώς και την έκφρασή του να αλλάζει στιγμιαία, από αφουγκραστική αναμονή σε ανησυχία και ετοιμότητα για κίνηση. Σηκώνω το ντουφέκι και πατάω τη σκανδάλη χωρίς να σημαδέψω. Στον ελάχιστο χρόνο του πυροβολισμού, στον οποίο χάνω οπτική επαφή με το ζώο, αυτό μπήκε σε κίνηση και αυτό που θυμάμαι μετά τη ντουφεκιά, ήταν ότι είδα ολόκληρο το ζώο να έχει ήδη πηδήξει προς τα μπρος γρυλίζοντας πολύ δυνατά. Στη συνέχεια άρχισε φέρνοντας τούμπες να κατηφορίζει στην πλαγιά και πυροβόλησα άλλη μία φορά, χωρίς πάλι να σημαδέψω. Το γουρούνι σταμάτησε σε ένα μικρό πεύκο πενήντα μέτρα κάτω από το σημείο στο οποίο βρισκόμουνα. Αυθόρμητα αμέσως φώναξα (ούρλιαξα για την ακρίβεια) “πατέραα το’ φαγααα”…..

 

Κατέβηκα τρέχοντας και τη στιγμή που έφτασα στο σημείο στο οποίο κειτόταν, αντιλήφθηκα ότι το ζώο ήταν νεκρό, και έμεινα να κοιτάζω το πρώτο μου γουρούνι, το οποίο ήταν γύρω στα σαρανταπέντε κιλά καθαρό βάρος.

Πρώτος απ’ όλους έφτασε ο σκύλος, που δεν τον είχα ξαναδεί μιας και είχε αγοραστεί πρόσφατα, και ο οποίος άρχισε να τραβά το ζώο προς τα κάτω, μακρυά από μένα. Στη συνέχεια έφτασε ο Λευτέρης, με το θαυμασμό έντονα ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του μετά ο Μήτσος και τρίτος ο πατέρας μου. Δέχτηκα τα συγχαρητήρια από όλους και μία αγκαλιά γεμάτη περηφάνια από τον πατέρα μου και μείναμε εκεί μέχρις ότου φτάσανε και οι άλλοι.

 

Τότε άρχισαν τα πειράγματα του στυλ ” Α, ρε Αλέκο, δεν το άφησες να κάνει πρωτοχρονιά”, ή “ούτε τηλεκατευθυνόμενο να το’ χαμε δε θα σού ’ρχοταν έτσι”, και διάφορα άλλα, που συμπλήρωναν το γενικότερο κλίμα ευφορίας που επικρατούσε.

 

Αφού το ανοίξαμε και αφαιρέσαμε τα εντόσθια, αρχίσαμε να το ανεβάζουμε προς τα αυτοκίνητα, κι εγώ πήγαινα με περηφάνια μπροστά, βάζοντας όλη μου τη δύναμη στο τράβηγμα της τριχιάς.

Όπως έμαθα στη συνέχεια, το γουρούνι είχε πάει στα καρτέρια και ντουφεκίστηκε δυο φορές χωρίς αποτέλεσμα και στη συνέχεια γύρισε μέσα στην παγάνα, πέρασε πάνω από τον πατέρα μου, που το περίμενε κι αυτός πλέον με δράμια, και έφτασε κοντά στα αυτοκίνητα. Εκεί, πήρε τη ράχη κάτω προς εμένα, πιθανώς γιατί πήρε τη μυρωδιά τη δική μας που είχαμε περάσει από κει πριν από κανά δίωρο και γι’ αυτό δεν έσπασε έξω από την παγάνα.

 

Τη στιγμή που η παρέα αναχωρούσε για Γιάννενα, κοίταζα το θήραμα σαν ένα παιδί που του παίρνουν κάτι δικό του και δεν μπορεί να αντιδράσει. Εμείς θα πηγαίναμε στην πόλη την επόμενη κι έτσι δεν ήμουνα παρών στο μοίρασμα και τα συναφή με τα συκωτάκια και τα κρασιά και τα τσίπουρα. Όπως έμαθα την επόμενη μέρα, εφτά από τα εννιά δράμια της πρώτης ντουφεκιάς βρέθηκαν στην περιοχή των πνευμόνων και της καρδιάς, ενώ δύο δράμια από τη δεύτερη το είχανε βρει στο πάνω μέρος του πίσω δεξιά ποδιού.

 

Πέρασαν πολλές μέρες για να σταματήσει το γεγονός αυτό να είναι το βασικότερο που έφερνα στη μνήμη μου, το οποίο ακόμα και σήμερα αποτελεί μία από τις πιο δυνατές αναμνήσεις μου…

 
του Αλέξανδρου Γκάσιου Δασολόγου, Θηραματολόγου από την έντυπη έκδοση της ΣΤ-ΚΟΜΑΘ “ΠΑΝ-ΘΗΡΑΣ”

Print Friendly, PDF & Email

demobanner

Print Friendly, PDF & Email


Σχετικά Άρθρα

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στο ihunt.gr. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας Αποδοχή Περισσότερα