Προτασεις της ΚΟΜΑΘ για το νομο περι οπλων και τα ραβδωτα

Εκτυπώσιμη μορφήΕκτυπώσιμη μορφήΑποστολή με emailΑποστολή με email

 
Ενόψει της τροποποίησης του ισχύοντος νόμου για τα όπλα θεωρούμε  αναγκαίο να τονίσουμε ιδιαίτερα, ότι ο νέος νόμος πρέπει να ρυθμίζει θέματα τα  οποία κατά το παρελθόν δημιούργησαν σχετικά προβλήματα και τα οποία έχουν  σχέση, με την κατοχή και τη χρήση κυνηγετικών όπλων.
 
Α. Παρουσιάζοντας τις συγκεκριμένες μας προτάσεις του κεφαλαίου Β του παρόντος σας γνωρίζουμε τους λόγους που μας οδηγούν στις προτάσεις αυτές:
 
1) Για την αγορά πυροβόλου όπλου για κυνηγετική και σκοπευτική χρήση, αλλά και την έκδοση και ανανέωση της Άδειας Κατοχής του πρέπει ο ενδιαφερόμενος να έχει Άδεια θήρας εν ισχύ ή να έχει λήξει όχι περισσότερο από τρία χρόνια από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για την χορήγηση ΑΚΠΟ (Αδεια Κατοχής Πυροβόλου Όπλου) ή Άδειας αγοράς του, ή να είναι κάτοχος «Διπλώματος Κυνηγού Β’ τάξης» προκειμένου για λειόκαννο και «Διπλώματος Κυνηγού Α’ τάξης» προκειμένου για ραβδόκαννο.
 
Ο λόγος της πρότασης αυτής είναι προφανής. Το κυνηγετικό όπλο πρέπει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για κυνήγι και όχι για λόγους προσωπικής ασφάλειας. Επομένως, ένα πυροβόλο όπλο χαρακτηρίζεται «κυνηγετικό» μόνο όταν ο κάτοχός του το χρησιμοποιεί για κυνήγι και συμπληρωματικά για εξάσκηση στη σκοποβολή. Συνεπώς ο κάτοχος πρέπει να είναι ενεργός κυνηγός να έχει δηλαδή τις προϋποθέσεις της παραπάνω παραγράφου. ΄Οποιος πολίτης δεν επιθυμεί Αδεια θήρας (που έχει θέση οπλοφορίας και οπλοχρησίας) τότε πρέπει να ζητά άλλου είδους άδεια κατοχής στην οποία θα προσδιορίζεται η αντίστοιχη χρήση π.χ. σκοποβολή, συλλογή, οικογενειακό κειμήλιο, κλπ. Σε περίπτωση για παράδειγμα που επιθυμεί να χρησιμοποιεί το όπλο μόνο για σκοπευτική χρήση, τότε προτείνουμε να έχει δελτίο σκοπευτού αναγνωρισμένης από το αρμόδιο υπουργείο ομοσπονδίας, σε ισχύ. 
 
Η άδεια θήρας να αποτελεί απαραίτητο δικαιολογητικό και προϋπόθεση για την απόκτηση πυροβόλου όπλου για κυνηγετική χρήση επειδή επέχει θέση άδειας οπλοφορίας και οπλοχρησίας.
Για την άδεια θήρας, η οποία αποτελεί προϋπόθεση έκδοσης ΑΚΠΟ ή χορήγησης της βεβαίωσης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας κατοχής πυροβόλου όπλου για κυνηγετική χρήση, είναι απαραίτητο ο ενδιαφερόμενος να προσκομίζει ιατρική βεβαίωση από ψυχίατρο, νευρολόγο ή ειδικό παθολόγο, οπότε στην περίπτωση αυτή χρειάζεται η προσκόμιση στον παθολόγο του βιβλιαρίου υγείας για την διαπίστωση τυχόν ψυχικής νόσου ή χρήσης ψυχοτρόπων φαρμάκων.
 
Για την έκδοση άδειας θήρας για πρώτη φορά, πρέπει να θεσμοθετηθεί η εκπαίδευση των υποψηφίων κυνηγών με ευθύνη των κυνηγετικών οργανώσεων και την εποπτεία των δασικών και αστυνομικών αρχών, χωρίς δαπάνη για το δημόσιο. Ο υποψήφιος κυνηγός που έχε συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας του μπορεί να παρακολουθήσει τον κύκλο των εκπαιδευτικών σεμιναρίων διάρκειας τουλάχιστον 50 ωρών (θεωρία και πρακτική), τα οποία θα οργανώνονται κάθε χρόνο με ευθύνη των κυνηγετικών ομοσπονδιών.
 
Αν η φοίτηση κριθεί επιτυχής ο υποψήφιος λαμβάνει το «Δίπλωμα κυνηγού Β΄ τάξης» και αφού κλείσει το 18ο έτος της ηλικίας του μπορεί να λάβει άδεια θήρας (από τις δασικές αρχές) και ΑΚΠΟ ή Βεβαίωση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας κατοχής πυροβόλου όπλου για κυνηγετική χρήση, μόνο για λειόκαννο. Οι κυνηγοί που έχουν λάβει άδεια θήρας και την έχουν ανανεώσει τουλάχιστον για πέντε έτη, μπορούν να παρακολουθήσουν ένα δεύτερο κύκλο εκπαιδευτικών σεμιναρίων διάρκειας τουλάχιστον 50 ωρών (θεωρία και πρακτική), τα οποία θα οργανώνονται κάθε χρόνο με ευθύνη των κυνηγετικών ομοσπονδιών και θα αφορούν πιο εξειδικευμένα θέματα για το κυνήγι και τη διαχείριση των μεγάλων οπληφόρων θηραμάτων. Αν η φοίτηση κριθεί επιτυχής ο υποψήφιος λαμβάνει το «Δίπλωμα κυνηγού Α΄ τάξης» το οποίο αποτελεί και προϋπόθεση για την απόκτηση ΑΚΠΟ για ραβδόκαννο πυροβόλο όπλο.
 
Με απόφαση του ΥΠΕΚΑ μετά από σχετική εισήγηση της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδας καθορίζεται η διαδικασία της εκπαίδευσης των υποψηφίων κυνηγών, η διδακτέα ύλη, το αναλυτικό και το ωρολόγιο πρόγραμμα, τα κριτήρια, η επιλογή και εκπαίδευση των εκπαιδευτών και κάθε σχετική λεπτομέρεια που θα εξυπηρετεί το σκοπό.
 
Η χρήση ραβδόκαννου όπλου για το κυνήγι είναι αναγκαίο να επιτραπεί για λόγους διαχείρισης των οπληφόρων θηραμάτων, αλλά και λόγω προσαρμογής μας προς τα ισχύοντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση με ειδικές βέβαια προϋποθέσεις που έχουμε ήδη περιγράψει στο παραπάνω έγγραφο μας. Η χρήση λειόκαννων πυροβόλων όπλων στο κυνήγι των οπληφόρων θηραμάτων είναι αντιδεοντολογική και επιφέρει «σπατάλη» θηράματος, δηλαδή ανεπίστρεπτη βλάβη στο φυσικό περιβάλλον. Για το σκοπό αυτό, αλλά και την αποφυγή των ατυχημάτων, πρέπει να επιτρέπεται η χρήση της σκοπευτικής διόπτρας.
 
Άλλωστε οι σκοπευτικές διόπτρες δεν φέρουν αριθμό σειράς, σε όλες τις χώρες της ΕΕ πωλούνται ελεύθερα, μπορεί κανείς να τις προμηθευτεί ακόμα και μέσω διαδικτύου (e-shop), να τις διακινήσει ελεύθερα με τα μέσα μεταφοράς και τις ταχυδρομικές εταιρίες ή οργανισμούς, οπότε η προϋπόθεση έκδοσης άδειας αγοράς και κατοχής αυτών από τις αστυνομικές αρχές, δεν είναι παρά μόνο γραφειοκρατική επιβάρυνση της δημόσιας διοίκησης, χωρίς καμιά ουσία.
 
H εκπαίδευση των κυνηγών πρέπει να περιλαμβάνει και πρακτική άσκηση στο σκοπευτήριο, οπότε για λόγους κόστους είναι επιβεβλημένη η χρήση εξομοιωτών σκοποβολής, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία κυνηγετικών σκοπευτηρίων από τις κυνηγετικές οργανώσεις τις συνεργαζόμενες με το ΥΠΕΚΑ, όπως προβλέπεται άλλωστε στο ΝΔ 86/69 άρθρο 257 παρ. 4.  
 
Πρέπει να προβλεφθεί η διαδικασία καταστροφής και διαγραφής από τα μητρώα της ΕΛΑΣ των απαξιωμένων πυροβόλων όπλων, κάτι το οποίο δεν έχει θεσμοθετηθεί μέχρι σήμερα, καθώς επίσης και η σήμανση πυροβόλων όπλων που δε φέρουν αριθμό σειράς. Το ισχύον σήμερα καθεστώς δημιουργεί προβλήματα σε πολίτες που κατέχουν τέτοια όπλα.
 
Τα εμπροσθογεμή πυροβόλα όπλα ακόμη και τα σύγχρονα δεν πρέπει να θεωρούνται όπλα. Σ’ όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες το κυνήγι με εμπροσθογεμές τυφέκιο τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ως «ρετρό».
 
Για τον ίδιο παραπάνω λόγο πρέπει να προβλεφθεί και το κυνήγι με τόξο, το οποίο προβλεπόταν μέχρι το 1993 από τον νόμο περί θήρας (ΝΔ 86/69).Β. Ειδικότερα προτείνουμε τα εξής:
 
Σ’ όλο το κείμενο του Ν. 2168 /1993 όπως ισχύει, η φράση «κυνηγετικό όπλο» αντικαθίσταται με την «πυροβόλο όπλο για χρήση από πολίτες» (της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν.2168/93).
 Η περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.2168/1993, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Ν. 3169/2003 (ΦΕΚ 189 Α΄), καθώς και την παρ. 2 του άρθρο 1 του Ν. 3944/2011 (ΦΕΚ 67 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής :«β. Οπλα προοριζόμενα για χρήση από πολίτες, είναι τα επωμιζόμενα πυροβόλα τυφέκια (λειτουργούν με ενέργεια που παράγεται από την καύση πυρίτιδας) με μη πτυσσόμενο κοντάκι, με μήκος κάννης τουλάχιστον πενήντα (50) εκατοστών του μέτρου και συνολικό μήκος τουλάχιστον ενός (1) μέτρου, σταθερό. Ως προς τον μηχανισμό λειτουργίας τους διακρίνονται στους εξής τύπους:
 
Ι. Όπλα μιας βολής
 
ΙΙ. Όπλα με περισσότερες από μία κάννες (δίκαννα, τρίκαννα, κλπ) τα οποία βάλλουν μία βολή από κάθε κάννη
 
ΙΙΙ. Eπαναληπτικά
 
IV. Ημιαυτόματα.
 
Σε καμία δε περίπτωση δεν προορίζονται για χρήση από πολίτες αυτόματα όπλα δηλ. αυτά που βάλλουν «κατά ριπάς».
 
β1. Τα πυροβόλα όπλα που προορίζονται για χρήση από πολίτες με κριτήριο τη μορφολογία του κοίλου της κάννης, διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:
 
β1.1. Αυτά που έχουν το κοίλο της κάννης λείο και αποκαλούνται «λειόκαννα», που στις περιπτώσεις των επαναληπτικών και των ημιαυτόματων δεν επιτρέπεται να δύνανται να τροφοδοτηθούν με περισσότερα από τρία φυσίγγια (ένα στη θαλάμη και δύο στην αποθήκη). Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται και τα τυφέκια που φέρουν μεν στο κοίλο της κάννης τους ελικοειδείς ραβδώσεις, αλλά έχουν διαμέτρημα λειόκαννου, (Cal. 10, 12,16, 20, 24, 28, 32 και 36 (410)), δηλαδή βάλουν φυσίγγια λειόκαννου όπλου.
 
β1.2. Αυτά που φέρουν στο κοίλο της κάννης ελικοειδείς ραβδώσεις και αποκαλούνται «ραβδόκαννα». Στην περίπτωση που αυτά είναι ημιαυτόματα δεν επιτρέπεται να δύνανται να τροφοδοτηθούν με περισσότερα από τρία φυσίγγια (ένα στη θαλάμη και δύο στην αποθήκη), για δε τα επαναληπτικά δεν επιτρέπεται να δύνανται να τροφοδοτηθούν με περισσότερα από πέντε φυσίγγια (ένα στη θαλάμη και τέσσερα στην αποθήκη). Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται και τα λεγόμενα «μικτά», που είναι όπλα του τύπου ΙΙ της παραγράφου β (δίκαννα, τρίκαννα, κλπ), με συνδυασμό ραβδωτής/ών και λείας/ων κάννης/ών.
 
β2.  Τα παραπάνω όπλα προορίζονται αποκλειστικά και μόνο για την άσκηση θήρας ή εξάσκηση στη σκοποβολή και κατ’ εξαίρεση αυτά της παρ. β1.1. δύνανται να χρησιμοποιούνται για τον εκφοβισμό, την απομάκρυνση και τον έλεγχο των πτηνών από χώρους των αεροδρομίων. Επίσης τέτοια όπλα (των παρ.β1.1 και β1.2 ) δύνανται να κατέχουν πολίτες ως συλλεκτικά αντικείμενα ή οικογενειακά κειμήλια. Η χρήση (προορισμός) του όπλου πρέπει να αναγράφεται στην άδεια οπλοκατοχής.
 
β3. Τα ραβδόκαννα όπλα της παρ. β1.2. που χρησιμοποιούνται για κυνηγετική χρήση, πρέπει να δέχονται μόνο κεντροφλεγή φυσίγγια απαγορευμένης της χρήσης φυσιγγίων περιφερειακής επίκρουσης. Επίσης δεν επιτρέπεται η χρήση για κυνήγι, ραβδόκαννων όπλων που δέχονται φυσίγγια των 5,45 X 39, 5,56 X 45 (.223 REM), 7,62 X 39, 7,62 Χ 51 ΝΑΤΟ (.308 WIN) και 12,7 Χ 99 (.50 BMG).»
 
Στην παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Ν. 2168/1993 όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 3944/2011 (ΦΕΚ 67 Α΄) προστίθεται περίπτωση:«ε. Όπλα που φέρουν περισσότερες από μία κάννες (δίκαννα, τρίκαννα, κλπ) τα οποία βάλλουν μία βολή από κάθε κάννη. Δεν φέρουν αποθήκη πυρομαχικών ή προσθαφαιρούμενη γεμιστήρα και η τοποθέτηση των φυσιγγίων στις κάννες γίνεται απευθείας με το «χέρι». Τα όπλα αυτά στην πλειονότητά τους είναι «αρθρωτά».»
Στην περίπτωση α της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του Ν. 2168/1993 η οποία προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 2334/1995 (ΦΕΚ 184 Α΄) προστίθεται το εδάφιο: «Με τον ίδιο όρο και τα σύγχρονα εμπροσθογεμή πυροβόλα όπλα.»
 
Η περίπτωση γ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του Ν. 2168/1993 καταργείται.
 
Η περίπτωση ε της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν. 2168/1993 αντικαθίσταται ως εξής: «ε. Όπλων σκοποβολής, ανταλλακτικών και φυσιγγίων αυτών, από εμπόρους και αναγνωρισμένα αθλητικά σωματεία, που επιδιώκουν την προαγωγή του αθλήματος της σκοποβολής και μέλη αυτών.»
 
Η περίπτωση ι της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν. 2168/1993 καταργείται (καταργείται δηλαδή η εισαγωγή κλπ μόνο για υπηρεσιακές ανάγκες του Υπ. Γεωργίας).
 
Στην απόφαση του υπουργού Δημόσιας Τάξης που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της περίπτωσης ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 2168/1993, πρέπει να προβλεφθεί και η διαδικασία απενεργοποίησης και διαγραφής πυροβόλων όπλων από τα μητρώα των αστυνομικών αρχών στις περιπτώσεις που έχουν υποστεί τέτοια βλάβη, που είτε η επισκευή τους κρίνεται οικονομικά ασύμφορη είτε η περεταίρω χρήση τους επικίνδυνη και ο κάτοχός του επιθυμεί να το απενεργοποιήσει, ώστε να μη θεωρείται πλέον όπλο, σύμφωνα με την περίπτωση β/αα) της παρ. 1 του άρθρου 23 του Ν. 2168/1993, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3944/2011 (ΦΕΚ 67 Α΄)
 
Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του Ν. 2168/1993 αντικαθίσταται ως εξής: «Η ερασιτεχνική γόμωση και αναγόμωση φυσιγγίων πυροβόλων όπλων επιτρέπεται μόνο από κατόχους αδείας θήρας και ΑΚΠΟ και μόνο για προσωπική χρήση. Η ευθύνη για την προσωπική τους ασφάλεια καθώς και τρίτων από τη χρήση αυτών των φυσιγγίων βαρύνει αποκλειστικά τους ίδιους.
 
Η περίπτωση α’ της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του Ν.2168/1993 όπως ισχύει με την τελευταία τροποποίησή του από το Ν. 3944/2011 τροποποιείται ως εξής: «α. Όπλων σκοποβολής, περιστρόφων, πιστολιών, αυτομάτων όπλων, περιστρόφων και πιστολιών αφέσεως αγώνων και φυσιγγίων κρότου αυτών, όπλων που χρησιμοποιούνται για την αποκόλληση συγκολλούμενου υλικού, μερών, ανταλλακτικών και πυρομαχικών αυτών, πυροβόλων όπλων για χρήση από πολίτες και ουσιωδών συστατικών μερών αυτών, καθώς και εκρηκτικών υλών, μόνο σε άτομα που κατέχουν άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής για την αγορά των ειδών αυτών». (εξαιρέθηκαν δηλαδή οι σκοπευτικές διόπτρες)
 
Στην περίπτωση δ’  της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου 6 του Ν.2168/1993 προστίθεται η φράση: «ή δελτίο σκοπευτού αναγνωρισμένης από το αρμόδιο υπουργείο ομοσπονδίας».
 
Στο 1ο εδάφιο της περίπτωσης ε της παραγράφου 2 του άρθρου 7, απαλείφεται η φράση: «καθώς και σκοπευτικών διοπτρών»
 
Η περίπτωση η) της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Ν. 2168/1993 τροποποιείται ως εξής: η) Βαλλιστρίδων προοριζομένων αποκλειστικά και μόνο για σκοποβολή και τόξων προοριζομένων για σκοποβολή και κυνήγι σύμφωνα με τη νομοθεσία περί θήρας.
 
Η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του Ν.2168/1993 αντικαθίσταται ως εξής: «Τα πυροβόλα όπλα για χρήση από πολίτες κατέχονται από πολίτες με τις προϋποθέσεις που ορίζει απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 18. Αυτά που προορίζονται για κυνηγετική χρήση χρησιμοποιούνται μόνο από κατόχους Αδειας Θήρας σε ισχύ. Εάν από κληρονομικό δικαίωμα ή από δωρεά έγινε τρίτος, κύριος πυροβόλου όπλου, προοριζόμενου για κυνηγετική χρήση, οφείλει εντός διετίας να εφοδιαστεί με άδεια θήρας. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν επιθυμεί ή δεν μπορεί να εφοδιαστεί με άδειας θήρας, οφείλει εντός διετίας, είτε να μεταβιβάσει το όπλο σε τρίτο κάτοχο άδειας θήρας ή να εκδοθεί νέα άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου με άλλη χρήση, όπως σκοπευτική, συλλεκτική, κειμηλιακή, κλπ. απαγορευμένης της χρήσης του για οποιοδήποτε άλλη αιτία.»
 
Στο άρθρο 8 του Ν. 2168/1993 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Αν κάτοχος πυροβόλου όπλου επιθυμεί να εφοδιασθεί με άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 6 και το όπλο που θα προσκομίσει δεν φέρει αριθμό σειράς, οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές υποχρεούνται να του δώσουν αυτές αριθμό σειράς από μητρώο που θα δημιουργήσει το αρχηγείο της ΕΛΑΣ για το σκοπό αυτό. Περαιτέρω τεχνικές λεπτομέρειες για τον τρόπο της σήμανσης, καθώς και για την ίδρυση και λειτουργία του εν λόγω μητρώου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης.
 
Η παράγραφος 10 του άρθρου 10 του Ν.2168/1993 αντικαθίσταται ως εξής: α. «Άδεια θήρας και Δίπλωμα Κυνηγού Β και Α τάξης χορηγείται από τις αρμόδιες δασικές αρχές. Δελτίο Σκοπευτού χορηγείται από την αναγνωρισμένη από το Υπουργείο Πολιτισμού αρμόδια ομοσπονδία. Άδεια Κατοχής Πυροβόλου/ων Οπλου/ων ή Βεβαίωση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας κατοχής πυροβόλου όπλου σε φυσικά πρόσωπα για κυνηγετική ή/και σκοπευτική χρήση εκδίδεται από τις αστυνομικές αρχές. Για την έκδοση της Άδειας αγοράς και εν συνεχεία της ΑΚΠΟ, αλλά και την ανανέωσή της, εκτός των διαλαμβανομένων στην κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 18 απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, αποτελεί προϋπόθεση ο ενδιαφερόμενος να έχει Άδεια θήρας σε ισχύ ή να έχει λήξει όχι περισσότερο από τρία χρόνια από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για την χορήγηση Άδειας αγοράς, ή να είναι κάτοχος «Διπλώματος Κυνηγού Β’ τάξης» προκειμένου για λειόκαννο και «Διπλώματος Κυνηγού Α’ τάξης» προκειμένου για ραβδόκαννο  ή να έχει δελτίο σκοπευτού αναγνωρισμένης από το αρμόδιο υπουργείο ομοσπονδίας σε ισχύ προκειμένου για λειόκαννο και τις προϋποθέσεις της ΚΥΑ που προβλέπεται στην παρ. 2ε του άρθρου 7, προκειμένου για άλλου είδους όπλου σκοποβολής. Για την έκδοση της βεβαίωσης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας κατοχής πυροβόλου όπλου υποβάλλονται τα δικαιολογητικά που προβλέπονται για τη χορήγηση άδειας κατοχής πυροβόλου όπλου.*Για την έκδοση άδειας θήρας για πρώτη φορά, θεσμοθετείται η εκπαίδευση των υποψηφίων κυνηγών με ευθύνη των κυνηγετικών οργανώσεων και την εποπτεία των δασικών και αστυνομικών αρχών, χωρίς δαπάνη για το δημόσιο. Ο υποψήφιος κυνηγός που έχει συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας του μπορεί να παρακολουθήσει τον κύκλο των εκπαιδευτικών σεμιναρίων διάρκειας τουλάχιστον 50 ωρών (θεωρία και πρακτική), τα οποία θα οργανώνονται κάθε χρόνο με ευθύνη των κυνηγετικών ομοσπονδιών. Αν η φοίτηση κριθεί επιτυχής ο υποψήφιος λαμβάνει το «Δίπλωμα κυνηγού Β΄ τάξης» και αφού κλείσει το 18ο έτος της ηλικίας του μπορεί να λάβει άδεια θήρας (από τις δασικές αρχές) και ΑΚΠΟ ή Βεβαίωση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας κατοχής πυροβόλου όπλου για κυνηγετική χρήση, μόνο για λειόκαννο. Οι κυνηγοί που έχουν λάβει άδεια θήρας και την έχουν ανανεώσει τουλάχιστον για πέντε έτη, μπορούν να παρακολουθήσουν ένα δεύτερο κύκλο εκπαιδευτικών σεμιναρίων διάρκειας τουλάχιστον 50 ωρών (θεωρία και πρακτική), τα οποία θα οργανώνονται κάθε χρόνο με ευθύνη των κυνηγετικών ομοσπονδιών και θα αφορούν πιο εξειδικευμένα θέματα για το κυνήγι και τη διαχείριση των μεγάλων οπληφόρων θηραμάτων. Αν η φοίτηση κριθεί επιτυχής ο υποψήφιος λαμβάνει το «Δίπλωμα κυνηγού Α΄ τάξης» το οποίο αποτελεί και προϋπόθεση για την απόκτηση ΑΚΠΟ για ραβδόκαννο πυροβόλο όπλο. Με απόφαση του ΥΠΕΚΑ μετά από σχετική εισήγηση της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδας καθορίζεται η διαδικασία της εκπαίδευσης των υποψηφίων κυνηγών, η διδακτέα ύλη, το αναλυτικό και το ωρολόγιο πρόγραμμα, τα κριτήρια, η επιλογή και εκπαίδευση των εκπαιδευτών και κάθε σχετική λεπτομέρεια που θα εξυπηρετεί το σκοπό.* (Σημ. *…* Η παράγραφος αυτή μπορεί να προβλεφθεί σε ΚΥΑ του ΥΠΕΚΑ και του Υπ. Δημόσιας Τάξης)
 
β) Η οπλοφορία με πυροβόλα όπλα για κυνηγετική χρήση ή/και σκοπευτική χρήση απαγορεύεται εκτός των περιπτώσεων της χρήσης για άσκηση θήρας ή/και σκοποβολής και της μετάβασης και επιστροφής στους χώρους αυτούς. Στις περιπτώσεις αυτές κατά την διέλευση από κατοικημένες περιοχές τα όπλα πρέπει να φέρονται κενά και εντός θήκης».
 
Στο άρθρο 21 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: «3. Τα σκοπευτήρια των κυνηγετικών οργανώσεων των συνεργαζόμενων με το Υπ. Αγ. Αν. & Τρ. (νυν ΥΠΕΚΑ) ιδρύονται με απόφαση του Υπ. Αγ. Αν. & Τρ. (νυν ΥΠΕΚΑ), όπως προβλέπεται στην νομοθεσία περί θήρας (ΝΔ 86/69, άρθρο 257 παρ. 4). Οι όροι, προϋποθέσεις και περιορισμοί χορήγησης της παραπάνω άδειας, οι όροι λειτουργίας των σκοπευτηρίων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με κοινή απόφαση των υπουργών ΠΕΚΑ και Δημόσιας Τάξης.
About the Author
Εικόνα admin

admin

Facebook Comments Box