Είναι το κυνήγι διαχειριστικό εργαλείο των φυσικών οικοσυστημάτων;

Πρόσφατα, στη συνεδρίαση της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής που πραγματοποιήθηκε στις 10 – 7 – 2018, τέθηκε σε διαβούλευση το 1ο Σχέδιο Αναφοράς της Ομάδας Εργασίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Υ.Π.Εν) για την Εθνική Στρατηγική για τα Δάση. Μέσα από την κοινοβουλευτική διαδικασία τέθηκαν στο πλαίσιο του διαλόγου, οι γενικοί στόχοι και οι θεματικοί άξονες στους οποίους αναπτύσσεται το εν λόγω σχέδιο. Παρουσιάστηκαν εννέα άρθρα τα οποία τέθηκαν προς διαβούλευση. Αυτό που ξεχώρισε όμως ήταν το άρθρο τρία, στο οποίο αναφέρονταν η εξής φράση «αναγνώριση του ρόλου της θήρας ως εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης» όπου και μάζεψε τα περισσότερα σχόλια με συντριπτική διαφορά σε σχέση με τα υπόλοιπα άρθρα. Έτσι λοιπόν, η διαβούλευση για την Εθνική Στρατηγική για τα Δάση τελικά εξελίχθηκε σε διαβούλευση για τον ρόλο της θήρας, μεταξύ των κυνηγετικών και περιβαλλοντικών οργανώσεων και αναμένεται η τελική υπουργική απόφαση, για το εάν αυτή η φράση θα παραμείνει στο κείμενο ή όχι.
 
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
 
Έπειτα από έρευνα μέσω βιβλιογραφικής ανασκόπησης τόσο επιστημονικών πηγών όσο και τεχνικών κειμένων προκύπτουν τα εξής:
 
Στην Ελλάδα, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν το κυνήγι, το οποίο αν και δεν συνδεόταν άμεσα με την επιβίωση τους, σε μεγάλη υπόληψη και αποτελούσε μια αγαπημένη τους ασχολία όπως βεβαιώνουν πολλοί αρχαίοι συγγραφείς. Ο Πλάτωνας π.χ. ύμνησε το κυνήγι σαν θεία άσκηση και γύμναση για δυνατούς άνδρες. Τον ηθικό και παιδαγωγικό ρόλο του κυνηγιού τόνισαν και άλλοι αρχαίοι Έλληνες πεζογράφοι και ποιητές όπως ο Όμηρος, ο Πλούταρχος και ο Αρριανός. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ξενοφών έγραψε για το κυνήγι ιδιαίτερη πραγματεία με το γνωστό «Κυνηγετικό» και η πρόθεση του συγγραφέα ήταν να αποδειχθεί το κυνήγι σαν ένα εξαίρετο παιδευτικό μέσο το οποίο ασκούσαν όλοι χωρίς κοινωνικές διακρίσεις(1). Συμπερασματικά λοιπόν, το κυνήγι ήταν πάντα αναπόσπαστο μέρος του πολιτισμού και των παραδόσεων της Ελλάδας.
 
Ακόμα όμως, το κυνήγι έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της άγριας ζωής για χιλιετίες. Τα αρχεία αιγυπτιακής θήρας από το 2500 π.Χ. και το κυνήγι του 13ου αι. του Genghis Khan αποδεικνύουν την ιστορία του κυνηγιού στην διαχείριση άγριων ζώων(28). Σήμερα, η θήρα αποτελεί παραδοσιακή δραστηριότητα που ασκείται μέσα σε πλαίσια που θέτει η επιστήμη της θηραματολογίας(17). Σημαντικό είναι, να τονιστεί ότι η ορθολογική διαχείριση των πληθυσμών των θηραμάτων και της θήρας συμβάλλει στην προστασία όλων των ειδών της άγριας πανίδας(17).
 
Η διαχείριση της Άγριας Πανίδας είναι επιστήμη, με αντικείμενο τον έλεγχο του αριθμού, της χωροκατανομής και της ποιότητας των άγριων ζώων, σε αρμονία πάντοτε και με τις άλλες χρήσεις γης και τις ανάγκες του ανθρώπου(1). Ξεκινά με τους πρώτους νόμους για το κυνήγι, που ρυθμίζουν το δικαίωμα να θηρεύονται ορισμένα είδη ζώων(1). Μέχρι το 1960 η έμφαση της διαχείρισης της άγριας πανίδας δινόταν κυρίως στα είδη που αποτελούσαν αντικείμενο θήρας για τον άνθρωπο(1). Σήμερα όμως περιλαμβάνονται εκτός των θηραματικών ειδών, όλα γενικά τα ζωικά είδη(1). Οι διαχειριστές άγριας ζωής παρακολουθούν σε ετήσια βάση τις τάσεις του πληθυσμού των ειδών και την κατάσταση του οικοτόπου τους(3). Αυτό παρέχει τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό των κανόνων θήρας και καθορίζει εάν απαιτούνται άλλες πρακτικές διαχείρισης για τη διατήρηση ειδών άγριας πανίδας(3).
 
“Το κυνήγι όταν ασκείται με βάση τις αρχές της αειφορικής κάρπωσης, όπως αυτή εφαρμόζεται στη διαχείριση κάθε ανανεώσιμου φυσικού πόρου, αποτελεί μια αποδεκτή ανθρώπινη δραστηριότητα και για την επιστήμη της διαχείρισης της θηραματοπονίας αποτελεί ένα απαραίτητο διαχειριστικό μέσο για την προστασία των θηραματικών πληθυσμών”. Άποψη η οποία έχει υιοθετηθεί από όλα τα ανεπτυγμένα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς(1). Πιο αναλυτικά, η κάρπωση (harvest) αναφέρεται ως η ορθολογική εκμετάλλευση ενός πληθυσμού κατά την οποία απομακρύνονται εκείνα τα άτομα τα οποία εξυπηρετούν τις ανάγκες του ανθρώπου και δεν επηρεάζουν αρνητικά τον πληθυσμό(2). Η αειφόρος κάρπωση είναι εκείνη η οποία διατηρεί μακροπρόθεσμα το θηραματικό κεφάλαιο (και την κάρπωση) σταθερό και δεδομένων των υπαρχόντων επιστημονικών στοιχείων, μπορεί και ελέγχεται σε σχέση με το πληθυσμιακό επίπεδο που μακροπρόθεσμα διατηρούν κάποια είδη, τα οποία αποτελούν αντικείμενο θήρας σε ολόκληρη τη Δυτική Παλαιαρκτική(9). Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται η επιβίωση και η αναπαραγωγή στα εναπομείναντα άτομα, ενώ το κυνήγι αντικαθιστά ένα ποσοστό της φυσικής θνησιμότητας που θα συνέβαινε λόγω άλλων φυσικών παραγόντων(2). Συνεπώς, η αειφορική κυνηγετική δραστηριότητα εξασφαλίζει τη βιοποικιλότητα για τις ανάγκες και τις επιδιώξεις των παρόντων και των επόμενων γενεών των θηραματικών και όχι μόνο πληθυσμών των άγριων ζώων, και αποτελεί μία αποδεκτή κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική δραστηριότητα όπου αποτελεί όφελος για τις ανθρώπινες κοινωνίες(14).
 
Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι το αειφόρο κυνήγι είναι μια αποτελεσματική προσέγγιση στη διαχείριση των πληθυσμών άγριας ζωής, η οποία θα μπορούσε να είναι επωφελής για την ανάκαμψη και ενδεχομένως ακόμη και την ανάπτυξη των πληθυσμών άγριας πανίδας(25). Ακόλουθο είναι λοιπόν, το κυνήγι να αλληλοεπιδρά με την τοπική βιοποικιλότητα τόσο μέσω της κυνηγετικής δραστηριότητας όσο και μέσω των πρακτικών διαχείρισης των  θηραμάτων, οι οποίες χρησιμοποιούνται σε ευρεία κλίμακα και επομένως εκπληρώνουν μια οικολογική λειτουργία(26). Επίσης, η διαχείριση των θηραμάτων περιλαμβάνει τη διαχείριση των οικοτόπων, που μπορεί να συντελέσει στη διατήρηση των φυσικών οικοσυστημάτων και να βελτιώσει την οικολογική αξία των ανθρωπογενών(27). Οι ερευνητές που ασχολούνται με την διαχείριση της άγριας πανίδας έχουν καταλήξει στο ότι η κατάλληλη διαχείριση του βιοτόπου από τους κυνηγούς μπορεί να παράγει θηρεύσιμους πληθυσμούς, στους οποίους το αειφόρο μέγεθος, ανεξάρτητα της θήρας, να είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι σε μία μη διαχειριζόμενη και μη θηρεύσιμη κατάσταση(9). Συμπερασματικά, η θήρα αποτελεί διαχειριστικό μέσο εκμετάλλευσης ενός ανανεώσιμου φυσικού πόρου και ταυτόχρονα είναι ένα κίνητρο διαχείρισης και προστασίας των οικοτόπων των ειδών, θηρεύσιμων και μη ειδών(9).
 
Είναι γεγονός, πως την βελτίωση του πληθυσμού των θηραματικών ειδών είτε μέσω της βελτίωσης των ενδιαιτημάτων τους είτε άμεσα με τις απελευθερώσεις και τους εμπλουτισμούς, οι οποίοι λαμβάνουν χώρα αφού πραγματοποιηθούν επιστημονικές μελέτες, ωφελούνται έμμεσα και οι φυσικοί τους  εχθροί, οι οποίοι στηρίζοντα  διατροφικά σε αυτά τα είδη(2). Είναι κρίσιμο όμως, να γίνει κατανοητό, πως η βελτίωση ενός πληθυσμού, (εάν αυτός βρίσκεται σε αφθονία), μπορεί να επιτευχθεί και με την εφαρμογή μέτρων που αποσκοπούν στην απομάκρυνση ορισμένων ατόμων από  τον πληθυσμό(2), και σε αυτό το σημείο  είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί πως η θήρα έχει κατ’ επανάληψη και εμπράκτως χρησιμοποιηθεί από το Υπουργείο Περιβάλλοντος ως διαχειριστικό εργαλείο. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι πως τα τελευταία χρόνια επαναλαμβανόμενα, εκδίδονται αποφάσεις όπου επιτρέπεται η δίωξη του αγριοκούνελου λόγω  υπερπληθυσμού σε περιοχές της νήσου Λήµνου και της νήσου Θηρασίας(12), ενώ για πρώτη φορά φέτος υπογράφτηκε απόφαση για τη δίωξη ημίαιμων μη δεσποζόμενων χοίρων και αγριόχοιρων(13).
 
Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο γενικός στόχος της στρατηγικής της, για την αειφόρο ανάπτυξη, όπως ανανεώθηκε το 2000, είναι «να προσδιοριστούν και να αναπτυχθούν δράσεις που της επιτρέψουν να επιτύχει συνεχή βελτίωση της ποιότητας ζωής τόσο για τις τρέχουσες όσο και για τις μελλοντικές γενιές, μέσω της δημιουργίας βιώσιμων κοινοτήτων που είναι σε θέση να διαχειρίζονται και να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τους φυσικούς πόρους, διασφαλίζοντας την ευημερία, την προστασία του περιβάλλοντος και την κοινωνική συνοχή». Μεταξύ αυτών των δραστηριοτήτων περιλαμβάνεται και το κυνήγι(4). Το κυνήγι είναι μια από τις παλαιότερες μορφές εκμετάλλευσης των ανανεώσιμων φυσικών πόρων και ήταν πάντα αναπόσπαστο μέρος των πολιτισμών και των παραδόσεων της ευρωπαϊκής αγροτικής κοινωνίας(4). Επίσης, μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία αποτελεί πρωταρχικό στόχο της ΕΕ(4). Για τον λόγο αυτό η ΕΕ έχει εκδώσει ένα πλήθος εγγράφων που χαράσσουν την πολιτική διαχείρισης των ειδών και των ενδιαιτημάτων τους συμπεριλαμβάνοντας και το κυνήγι ως ένα μέσω διαχείρισης του Περιβάλλοντος. Μεταξύ αυτών «Το έγγραφο βασικών εννοιών για την περίοδο αναπαραγωγής και την προγαμιαία μετανάστευση των ειδών που αποτελούν αντικείμενο θήρας στην ΕΕ»(5) καθώς και «Το Έγγραφο κατευθύνσεων για τη θήρα βάσει της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών “ Οδηγία για τα Πτηνά”»(6).
 
Σύμφωνα με το  επίσημο κείμενο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Guidance document on hunting under Council Directive 79/409/EEC on the conservation of wild birds»,  στο κεφάλαιο 2.4.3.1 αναφέρεται «ότι το κυνήγι ενδέχεται να µην παραπέμπει πρωταρχικά στην χρήση για λόγους αναψυχής αλλά στη διαχείριση του πληθυσµού µε σκοπό τη διατήρηση των ειδών: ‘ότι η διατήρηση αυτή έχει ως αντικείμενο τη μακροπρόθεσμή προστασία και τη διαχείριση φυσικών πόρων ως αναπόσπαστο μέρος της κληρονομιάς των ευρωπαϊκών λαών· ότι επιτρέπει τη ρύθμιση αυτών των πόρων και ρυθμίζει την εκμετάλλευσή τους µε βάση τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση και την προσαρμογή των φυσικών ισορροπιών των ειδών στα όρια του λογικά δυνατού’.» (6). Ακόμα, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στο έγγραφό της αριθ. R (85) 17, της Επιτροπής των Υπουργών προς τα κράτη μέλη σχετικά με την κατάρτιση των κυνηγών, αναγνώρισε τη σημασία του κυνηγιού ως εργαλείου στη διαχείριση της άγριας πανίδας «υπό την προϋπόθεση ότι σέβεται τις οικολογικές ανάγκες των ειδών και τις απαιτήσεις της βιολογικής ισορροπίας» (15). Τέλος, αξιοσημείωτο είναι πως σύμφωνα με το European Charter on Hunting and Biodiversity, το Προεδρείο της μόνιμης επιτροπής (Bureau of the Standing Committee) της σύμβασης για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης (Σύμβαση της Βέρνης) κατά τη συνεδρίασή του στις 8 Απριλίου 2005, εξέφρασε την ικανοποίησή του για την εισήγηση (Recommendation) που αναφέρει ότι «θεωρεί ότι η αειφόρος θήρα,  μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση και την ενίσχυση πολλών περιοχών μεγάλου φυσικού ενδιαφέροντος στην Ευρώπη» (16).
 
Γεγονός αποτελεί επίσης, η συμφωνία μεταξύ της BirdLife International (η μεγαλύτερη παγκόσμια οργάνωση που ασχολείται με την προστασία των πουλιών και των βιότοπων τους) και της FACE (Ομοσπονδία Οργανώσεων για το Κυνήγι και την Διατήρηση της Άγριας Πανίδας της ΕΕ)  στις 12 Οκτωβρίου 2004, σχετικά με την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται πως και οι δύο οργανώσεις αναγνωρίζουν ότι η σωστή διαχείριση του κυνηγιού εντός των περιοχών NATURA 2000 μπορεί να συνεχιστεί ή να πραγματοποιηθεί εφόσον είναι συμβατή με τους στόχους διατήρησης του τόπου(8). Ακόμα και οι δύο οργανώσεις συμφωνήσαν ότι είναι επιθυμητό να επιτευχθούν τοπικές, περιφερειακές ή εθνικές συμφωνίες για πρακτικές της θήρας των πτηνών, να καθιερωθεί εποικοδομητικός διάλογος μεταξύ των τοπικών φορέων και να επιτευχθεί μια ορθολογική αξιολόγηση των επιπτώσεων και των μέτρων που πρέπει να ληφθούν(8). Επιπροσθέτως αδιάφορο δεν μπορεί να θεωρηθεί πως στα συμπεράσματα του 10ου Πανελληνίου Δασολογικού Συνεδρίου αναφέρεται ότι: «Η θήρα ως αρχέγονη δραστηριότητα που πραγματοποιείται σε παγκόσμιο επίπεδο έχει αναγνωριστεί ως μία από τις αξίες των υγροτόπων. Τα οφέλη που δημιουργεί είναι πολλαπλά τόσο για τους υγροτόπους (προστατευτικά, διαχειριστικά κλπ.) όσο και για τον άνθρωπο (κοινωνικά, οικονομικά)(18).
 
Η θήρα όπως προαναφέρθηκε, είναι παραδοσιακή δραστηριότητα της υπαίθρου (Council of Europe 1995) και η άμεση επαφή των κυνηγών με τη φύση και συνεπώς η γνώση των ενδιαιτημάτων και των συνηθειών των ζώων, αυξάνει την υπευθυνότητα τους απέναντι στο φυσικό περιβάλλον(19). Άτομα που κυνηγούν είναι πιο πιθανό να συμμετάσχουν σε δράσεις για τη διατήρηση του περιβάλλοντος. Γεγονός που ενισχύεται και από προηγούμενες μελέτες που έχουν αποκαλύψει ότι η εμπειρία με τη φύση είναι θεμελιώδεις για την ανάδειξη των φυσικών αξιών (Kellert 1996) και της συναισθηματικής αφύπνισης προς τη φύση(22). Η σχέση του κυνηγού με τον κυνηγότοπο δίνει ένα ισχυρό κίνητρο στους κυνηγούς ώστε να φροντίζουν για τη φύλαξη των οικοσυστημάτων, να ρυθμίζουν το βάθος των υδάτων προς όφελος της πανίδας, να βελτιώνουν τη βλάστηση, να δημιουργούν κατάλληλες θέσεις φωλεοποίησης και κάλυψης και αν καλλιεργούν τη γη μπορούν να αποφύγουν την αποξήρανση των υγροτόπων ή την απόθεση υπερβολικών νιτρικών(29). Πιο συγκεκριμένα, στη μελέτη των Ericsson και Heberleins, αναφέρεται ότι το κυνήγι μπορεί να προωθήσει μια ισχυρότερη αίσθηση διαχείρισης για την άγρια ​​ζωή και τη φύση, επειδή οι κυνηγοί είναι πιθανότερο να συμμετέχουν σε υπαίθριες δραστηριότητες και να έχουν πιο εστιασμένες και ισχυρότερες αντιλήψεις για την άγρια ​​ζωή και τη διαχείριση της φύσης από ό, τι η υπόλοιπη κοινωνία(24). Επομένως, η ψυχαγωγική προσφορά της ίδιας της διαδικασίας της θήρας και οι ανάγκες που αυτή δημιουργεί αποτελούν ένα οικονομικό και κοινωνικό κίνητρο για την κατάλληλη διαχείριση του βιοτόπου και αυτή ακριβώς είναι και μια θεμελιώδης αρχή της διαχείριση μέσω της συνετής χρήσης(7).
 
Το Μανιφέστο βιοποικιλότητας της FACE (Ομοσπονδία Οργανώσεων για το Κυνήγι και την Διατήρηση της Άγριας Πανίδας της ΕΕ) καταδεικνύει, τη δέσμευση των κυνηγών της Ευρώπης στη διατήρηση της βιοποικιλότητας(30). Περιλαμβάνει 38 δράσεις σε 8 τομείς(30). Οι οκτώ τομείς που πραγματεύεται, είναι οι βιότοποι, τα είδη, οι προστατευόμενες περιοχές, η αειφόρος χρήση, οι πράσινες υποδομές, οι οικοσυστημικές υπηρεσίες, οι επενδύσεις στη φύση και οι κυνηγοί στη φύση(30). Οι κύριοι στόχοι του, είναι να καταδείξει το ρόλο και τη συμβολή του κυνηγιού στη διατήρηση της βιοποικιλότητας τόσο στους υπεύθυνους για τη χάραξη πολιτικής όσο και στο ευρύτερο κοινό και ακόμα να προωθηθεί ο συντονισμός και η ενίσχυση αυτής της συμβολής σύμφωνα με τις διεθνείς προτεραιότητες διατήρησης(30). Συνεπώς, οι κυνηγοί έχουν μια μοναδική θέση στην παγκόσμια εκστρατεία της διατήρησης του περιβάλλοντος, μέσω της προώθησης του βιώσιμου μοντέλου κυνηγιού όπου και παρουσιάζουν το κυνήγι ως εργαλείο διατήρησης και ακόμα μέσω των μοναδικών τους δικτύων και συμμαχιών προσφέρουν δυνατότητες ευρύτερης προστασίας της διατήρησης του περιβάλλοντος(21).
 
Οι κυνηγετικοί στόχοι είναι παρόμοιοι με τους στόχους διατήρησης και επομένως οι βέλτιστες πρακτικές της θήρας μπορούν να επιφέρουν θετικά αποτελέσματα σε ένα οικοσύστημα(23). Θετικές επιπτώσεις από το κυνήγι μπορεί να προκύψουν έµµεσα από ενέργειες των Κυνηγετικών Ομοσπονδιών για την προστασία και φύλαξη των βιότοπων των πουλιών(31). Η Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος μέσω των Κυνηγετικών Ομοσπονδιών και των Κυνηγετικών Συλλόγων, υλοποιεί σε ετήσια βάση το πρόγραμμα της Βελτίωσης Βιοτόπων, χρηματοδοτώντας έργα και δράσεις που υλοποιούν οι Κυνηγετικές Ομοσπονδίες σε όλη την επικράτεια(10). Οι πιο σημαντικές επεμβάσεις που υλοποιούνται είναι οι σπορές, η εγκατάσταση φυσικών φρακτών, η φύτευση καρποφόρων δέντρων, οι αναδασώσεις, η εγκατάσταση ποτίστρων, η καλλιέργεια πηγών και η εκτροφή και απελευθέρωση θηραμάτων(10). Σκοπός των έργων αυτών, είναι ο εντοπισμός και περιορισμός  παραγόντων (π.χ. περιορισμένα διαθέσιμα τροφής, ελάχιστα αποθέματα νερού κ.α.) που δυσχεραίνουν τη διαβίωση και ανάπτυξη ενός θηραματικού πληθυσμού σ’ έναν βιότοπο, και επιπροσθέτως, η δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών, έτσι ώστε να μπορέσει να δεχτεί και να συντηρήσει έναν αριθμό απελευθερωμένων θηραμάτων(10). Σημαντική είναι επίσης η δήλωση της Ελληνικής Ορνιθολογικής  Εταιρία, όπου διατυπώνει την άποψη ότι θετικές επιπτώσεις από το κυνήγι μπορεί να προκύψουν έμμεσα από ενέργειες των Κυνηγετικών Ομοσπονδιών για την προστασία και φύλαξη των βιότοπων των πουλιών(11). Συμπερασματικά, το κυνήγι μπορεί να ωφελήσει τη διατήρηση του περιβάλλοντος με διάφορους τρόπους, με σημαντικότερους τη διατήρηση και προστασία βιοτόπου(20).
 
ΣΥΖΗΤΗΣΗ
 
Μέσω της έρευνάς που πραγματοποιήθηκε, τεκμηριώθηκε πως το κυνήγι εκτός από ένα θεσμό του πολιτισμού μας που έχει εξελιχθεί σε παράδοση, αποτελεί και ένα σημαντικό συστατικό της καλής διαχείρισης της γης και της άγριας πανίδας όπου σχετίζεται ιδιαίτερα με τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων. Η πλειοψηφία των ανθρώπων που δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με το αντικείμενο της θήρας, δεν γνωρίζει τις δράσεις και τις προσπάθειες που γίνονται μέσα από το κυνήγι και όλους τους φορείς που το αποτελούν, για την προστασία της άγριας ζωής των θηρεύσιμων και όχι μόνο ειδών στα διάφορα δασικά οικοσυστήματα. Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό από το ευρύ  κοινό πως μια σημαντική μερίδα ανθρώπων, συγκεκριμένα 8.000.000 Ευρωπαίοι κυνηγοί  εκ των οποίων οι 200.000 βρίσκονται στη χώρα μας, αποτελούν μέρος διαχείρισης των δασικών ευρωπαϊκών οικοσυστημάτων και της άγριας πανίδας κατ’ επιλογή, εκπροσωπούμενοι και ελεγχόμενοι από τις κυνηγετικές συνομοσπονδίες, της κυνηγετικές ομοσπονδίες και τους κυνηγετικούς συλλόγους. Γεγονός που έχει επανειλημμένως επιβεβαιωθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά ακόμα και από διάφορους οικολογικούς και περιβαλλοντικούς φορείς.
 
Παρακολουθώντας τη διαδικασία της διαβούλευσης, διαπιστώθηκε πέρα από το μεγάλο όγκο των σχολίων, πως επικρατούσαν δύο βασικές τάσεις. Η πρώτη τάση αφορούσε την τεκμηρίωση της θήρας ως εργαλείο διαχείρισης των δασών με σκοπό την παραμονή της φράσης που την υποστηρίζει στο κείμενο της Εθνικής Στρατηγικής για τα δάση. Την υποστήριξαν φυσικά ένθερμα, η Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος, οι Κυνηγετικές Ομοσπονδίες, οι Κυνηγετικοί Σύλλογοι αλλά και άλλοι επιστημονικοί και πολιτικοί φορείς. Στα κείμενα διαβούλευσης των κυνηγετικών φορέων, κυρίαρχο ρόλο κατείχε η Ευρωπαϊκή Ένωση, η σχέση της με το κυνήγι και η πολιτική ελέγχου που ασκείται σε αυτό μέσω αυστηρών νομικών πλαισίων. Πιο αναλυτικά αναφέρθηκε, πως το κυνήγι αποτελεί επίσημα μέσο διαχείρισης των οικοσυστημάτων και προστασίας της βιοποικιλότητας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έπειτα από πολλά χρόνια προσφοράς των Ευρωπαίων κυνηγών και των οργανώσεών τους στη φύση. Συγκεκριμένα τονίστηκε, πως το κυνήγι, σύμφωνα µε το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αποτελεί μια συμβατή προς το περιβάλλον ανθρώπινη δραστηριότητα. Επιπροσθέτως υπογραμμίστηκε, πως οι διεθνείς συμβάσεις αναφέρονται στη συνετή χρήση των ανανεώσιμων φυσικών πόρων, στους οποίους ανήκουν και τα θηραματικά είδη. Ακόμα δόθηκε ιδιαίτερη σημασία, στην Οδηγία 2009/147/ΕΚ για τα Πουλιά (πρώην 79/409/ΕΟΚ) όπου καθορίζει επαρκείς υποχρεώσεις για τα κράτη µέλη, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας για τα άγρια πουλιά, ιδιαίτερα στις περιόδους κατά τις οποίες η επιβίωση τους απειλείται έντονα. Επίσης, αναφέρθηκε πως η διεξαγωγή της κυνηγετικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, καθορίζεται και ελέγχεται από αυστηρό νομικό πλαίσιο, το οποίο είναι απόλυτα προσαρμοσμένο στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και ρυθμίζει όλα τα θέματα που σχετίζονται µε το κυνήγι, επισημαίνοντας, πως στη χώρα μας ισχύουν κάποιοι αυστηροί περιορισμοί σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές  χώρες όσον αφορά το χρόνο, τα θηρεύσιμα είδη και τα εδάφη όπου επιτρέπεται το κυνήγι. Τέλος, ενδεικτικά αναφέρθηκαν κάποιες, αναφορές που πιστοποιούν το ρόλο της θήρας ως εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης.
 
Αντιθέτως με την πρώτη τάση, η δεύτερη τάση υποστήριζε πως το κυνήγι αποτελεί μια δραστηριότητα αναψυχής, όπου δέχεται ιδιαίτερη μεταχείριση και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρείται εργαλείο διαχείρισης, ζητώντας να διαγραφεί από το κείμενο η φράση που υποστηρίζει το αντίθετο. Αυτή την τάση υποστήριξαν 10 περιβαλλοντικές οργανώσεις (ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, Δίκτυο ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ SOS, Εταιρεία Προστασίας Πρεσπών, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Καλλιστώ, Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης, ΑΝΙΜΑ, MEDASSET και WWF Ελλάς) καθώς και η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία. Τα κείμενα διαβούλευσης των εν λόγω περιβαλλοντικών οργανώσεων, είχαν ως βάση τους πως θήρα δεν αποτελεί μέσο περιβαλλοντικής διαχείρισης, αλλά η διαχείριση αυτής, η οποία εμπίπτει στις υποχρεώσεις της Πολιτείας και οφείλει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τις σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους από εξειδικευμένο προσωπικό. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε πως η θήρα αποτελεί δε, μια μόνο από τις δραστηριότητες που διαμορφώνουν και επηρεάζουν τα δασικά οικοσυστήματα και θα πρέπει η διαχείριση αυτής να σχεδιάζεται από κοινού με τις υπόλοιπες δυνατές χρήσεις (οικοτουρισμός, ξύλευση, διατήρηση σπάνιων ειδών κ.ά.). Ακόμα έγιναν κάποιες αναφορές σε φράσεις δασολογικών βιβλίων όπου αναγράφεται η θήρα ως πηγή αναψυχής και αναφέρθηκαν κάποια παραδείγματα πάνω στον τομέα της διαχείρισης της άγριας πανίδας.
 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
 
Συμπερασματικά, έπειτα από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε και την μελέτη των κειμένων διαβούλευσης, διαπιστώθηκε πως η θήρα αποτελεί  διαχειριστικό μέσο του περιβάλλοντος και η φράση που αναγνωρίζει αυτό το γεγονός θα, πρέπει να παραμείνει στο νομικό κείμενο Εθνικής Στρατηγικής για τα Δάση. Όταν υπάρχουν επιστημονικές απαντήσεις σε ερωτήματα όπως, το «αν η θήρα αποτελεί μέσω διαχείρισης» καλό θα ήταν οι πολιτικοί να δέχονται τις αποδείξεις των ερευνών και να μην επιτρέπουν την δημιουργία ενδοιασμών, που στηρίζονται σε ιδεοληπτικές βάσεις.
 
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Αναπληρωτής Υπουργός Περιβάλλοντος υιοθέτησε την επιστημονική άποψη και υπέγραψε τη σχετική υπουργική απόφαση με τίτλο «Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας 2018-2038 (Εθνική Στρατηγική για τα Δάση)» (Φ.Ε.Κ. 5351_Β_2018 ) στο άρθρο 3 της οποίας αναφέρεται κατά λέξη:
 
«Η αναγνώριση του ρόλου της θήρας στα μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα και η περαιτέρω βελτιστοποίηση της ως εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης.»
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
 
Παπαγεωργίου, Ν. 1995. Οικολογία και Διαχείριση Άγριας Πανίδας. University Studio Press. Θεσσαλονίκη
Μπακαλούδης, Δ & Βλάχος, Χ. 2009. Διαχείριση Άγριας Πανίδας: Θεωρία και Εφαρμογές. Εκδόσεις Τζιόλα. Θεσσαλονίκη.
Brainerd, Scott M. European charter on hunting and biodiversity. Council of Europe Publishing, 2008.
European Commission (2008). – Key Concepts of Article 7(4) of Directive 79/409/EEC. Period of reproduction and prenuptial migration of Annex II Bird Species in the 27 EU Member States.
European Commission – 2008 – Guidance document on hunting under Council Directive 79/409/EEC on the
Potts G. R. 1992 – The environmental and ecological importance of cereal fields, the Ecology of Temperate Cereal Fields, 3-21. Blackwell, Oxford
AGREEMENT between BirdLife International and FACE on Directive 79/409/EEC
Βλάχος Χρ., κ.α., Η επίδραση της θήρας στους πληθυσμούς των θηρευσίμων και μη ειδών, ο έλεγχος της λαθροθηρίας και η διάρκεια των περιόδων θήρας. Αθήνα – Μάιος 2018.
Ε.Ο.Ε., Μάιος 2010, Θέσεις της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας για το κυνήγι
ΑΔΑ: 6ΤΘΡ4653Π8-ΘΚΩ, 45ΟΟ0-Η3Β
Υ.Α. 168588/1391/8-8-2018 (ΦΕΚ 3418/Β/2018)
Ευρωπαϊκή Χάρτα για το Κυνήγι και τη Βιοποικιλότητα, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο
Graul, W. D. and G. C. Miller. 1984. Strengthening ecosystem management approaches. Wildl. Soc. Bull. 12: 282-289
Stoate, C. 2002. Multifunctional use of a natural resource on farmland: wild pheasant (Phasianus colchicus) management and the conservation of farmland passerines. Biodiv. Conserv. 11: 561-573.
Σώκος, Χ, Κ., Π. Κ. Μπίρτσας και Ν. Κ. Παπαγεωργίου. 2002. Θήρα και υγρότοποι: εφαρμογή διαχειριστικών μέτρων ή απαγορευτικών διατάξεων; 10° Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο.
Στα συμπεράσματα του 10ου Πανελληνίου Δασολογικού Συνεδρίου.
Hungerford, H. R. & T. L. Volk. 1990. Changing learner behavior through environmental education. Journal of Environmental Education 21(3):8-21
Peters-Grant, M. 1987. The influence of life experiences in the vocational interests of volunteer environmental workers. Dissertation Abstracts International 47(10).
Swan, J. P. 1996. In defense of hunting. Harper, San Francisco, California, USA.
Tanner, T. 1980. Significant life experiences: a new research area in environmental education. Journal of Environmental Education 11(4):20-24
Loveridge, Andrew & C. Reynolds, Jonathan & Milner-Gulland, Eleanor. (2006). Does sport hunting benefit conservation? Key Topics in Conservation Biology.
Paulson N. The place of hunters in global conservation advocacy. Conservat Soc 2012; 10:53-62
Dunlap, R. E., and R. B. Heffernan. 1975. Outdoor recreation and environmental concern: an empirical examination. Rural Sociology 40:18–30.
Kals, E., D. Schumacher, and L. Montada. 1999. Emotional affinity toward nature as a motivational basis to protect nature. Environment and Behavior 31:178–202.
Kellert, S. R. 1996. The value of life: biological diversity and human society. Island Press, Washington, D.C., USA.
Reported by the Macaulay land use research institute Aberdeen, United Kingdom (https://cordis.europa.eu/result/rcn/90296_en.html)
Ericsson, G. & Heberlein, T. (2002). “Jägare talar naturens språk” (Hunters speak nature’s language): A comparison of outdoor activities and attitudes toward wildlife among Swedish hunters and the general public. European Journal of Wildlife Research. Springer
Cao S, Zhou XH, Zhang W. [Role of modern hunting in wildlife management] Ying Yong Sheng Tai Xue Bao, 2014 Jan, 25 (1): 297-304.
Arroyo, Beatriz & Delibes-Mateos, Miguel & Díaz-Fernández, Silvia & Viñuela, Javier. (2012). Hunting management in relation to profitability aims: Red-legged partridge hunting in central Spain. European Journal of Wildlife Research. 58. 847-855.
Duckworth, J.C., Firbank, L.G., Stuart, R.C., Yamamoto, S. 2003. Changes in land cover and parcel size of British lowland woodlands over the last century in relation to game management. Landscape Research 28, 171-182.
Robertson, P.A., Park, K.J., Barton, A.F. 2001. Loss of heather Calluna vulgaris moorland in the Scottish uplands: the role of red grouse Lagopus lagopus scoticus management. Wildlife Biology 7, 11-16.
Tapper, S. C. (Ed.) 1999. A question of balance. Game animals and their role in the British countryside. The Game Conservancy Trust, Fordingbridge, UK.
Caughley, G. (1985). Harvesting of Wildlife. Past, Present and Future. In ‘Game Harvest Management’. (Eds S. F. Roberson and S. L. Beasom.) pp. 3–14. (Caesar Kleberg Wildlife Research Institute: Kingsville, TX.)
Leopold, R.A., 1933, Game Management (New York: Charles Scribner’s Sons), pp. 1–481.
Lecocq, Y. 1998. Hunting and habitat conservation in the European Union. In: Natura 2000 and people – a partnership. Proceedings of a Conference, Bath 28 – 30 June 1998, pp 50-52
Sorrenti, M. and A. Concialini 1996. Hunting interest as a chance for conservation and restoration of wetlands in Italy. Gibier Faune Sauvage, 13: 959-965.
 
Της Κατιάνα Σταθοπούλου, φοιτήτρια Σχολής Δασολογίας & Φ.Περιβάλλοντος, ΑΠΘ Επιβλέπων καθηγητής Χρ. Βλάχος
 
About the Author
Εικόνα admin

admin