Η θέση της Δ' ΚΟΣΕ στη διαβούλευση για την Εθνική Στρατηγική για τα δάση

Η Δ' Κυνηγετική Ομοσπονδία Στερεάς Ελλάδος κατέθεσε τη θεση της στην ηλεκτρονική διαβούλευση στο "Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας 2018-2038 (Εθνική Στρατηγική για τα Δάση)". Διαβάστε τι αναφέρει :

Η διαχείριση της άγριας πανίδας ξεκινά με τους πρώτους νόμους για το κυνήγι, που ρυθμίζουν το δικαίωμα να θηρεύονται ορισμένα είδη ζώων(1). Μέχρι το 1960 η έμφαση της διαχείρισης της άγριας πανίδας δινόταν κυρίως στα είδη που αποτελούσαν αντικείμενο θήρας για τον άνθρωπο(1). Σήμερα όμως στη διαχείριση της άγριας πανίδας περιλαμβάνονται εκτός των θηραματικών ειδών όλα γενικά τα ζωικά είδη(1). Η κάρπωση ενός φυσικού πληθυσμού αποτελεί μια ευρύτερη έννοια στην διαχείριση της άγριας πανίδας και μπορεί να αναφέρεται σε εκείνο το ποσοστό του πληθυσμού που απομακρύνεται από το κυνήγι(2).
 
Η διαχείριση της Άγριας Πανίδας είναι επιστήμη, με αντικείμενο τον έλεγχο του αριθμού, της χωροκατανομής και της ποιότητας των άγριων ζώων, σε αρμονία πάντοτε και με τις άλλες χρήσεις γης και τις ανάγκες του ανθρώπου(1). Στόχοι που επιτυγχάνονται με διαχειριστικούς χειρισμούς είτε στους ίδιους τους ζωικούς πληθυσμούς (έλεγχος κάρπωσης κ.α.) είτε έμμεσα σε αυτούς με την αλλαγή των συνθηκών των βιοτόπων τους(1).
 
Η ρύθμιση της αφθονίας ενός πληθυσμού μπορεί να επιτευχθεί με την εφαρμογή μέτρων που αποσκοπούν στην απομάκρυνση ορισμένων ατόμων από τον πληθυσμό(2). Η κάρπωση (harvest) αναφέρεται ως η ορθολογική εκμετάλλευση ενός πληθυσμού κατά την οποία απομακρύνονται εκείνα τα άτομα τα οποία εξυπηρετούν τις ανάγκες του ανθρώπου και δεν επηρεάζουν αρνητικά τον πληθυσμό(2). Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται η επιβίωση και η αναπαραγωγή στα εναπομείναντα άτομα, ενώ το κυνήγι αντικαθιστά ένα ποσοστό της φυσικής θνησιμότητας που θα συνέβαινε λόγω άλλων φυσικών παραγόντων(2).
 
Η θήρα αποτελεί μια ανθρώπινη δραστηριότητα εντεταγμένη σε ένα ευρύτερο δυναμικό, και συγκεκριμένο για την Ελλάδα, κανονιστικό – ρυθμιστικό νομικό πλαίσιο, το οποίο αποτελεί απόρροια των σύγχρονων επιστημονικών επιτευγμάτων(3).
 
Οι διαχειριστές άγριας ζωής παρακολουθούν σε ετήσια βάση τις τάσεις του πληθυσμού των ειδών και την κατάσταση του οικοτόπου τους. Αυτό παρέχει τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό των κανόνων θήρας και καθορίζει εάν απαιτούνται άλλες πρακτικές διαχείρισης για τη διατήρηση ειδών άγριας πανίδας.
 
Η ΕΕ αναφέρει ότι το κυνήγι είναι μια δραστηριότητα που προσφέρει σημαντικά κοινωνικά, πολιτιστικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη σε διάφορες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης(4). Οι οδηγίες 92/43 και 2009/147 της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίζουν τη νομιμότητα της χρήσης της άγριας ζωής, όπως το κυνήγι, αλλά θέτουν ένα πλαίσιο για τη ρύθμισή του και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας και της συμβατότητάς του με τους στόχους διατήρησης των περιοχών του Δικτύου Natura 2000(5).
 
Επίσης το κυνήγι μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία αποτελεί πρωταρχικό στόχο της ΕΕ(6). Για τον λόγο αυτό η ΕΕ έχει εκδώσει ένα πλήθος εγγράφων που χαράσσουν την πολιτική διαχείρισης των ειδών και των ενδιαιτημάτων τους συμπεριλαμβάνοντας και το κυνήγι ως ένα μέσω διαχείρισης του Περιβάλλοντος. Μεταξύ αυτών «Το έγγραφο βασικών εννοιών για την περίοδο αναπαραγωγής και την προγαμιαία μετανάστευση των ειδών που αποτελούν αντικείμενο θήρας στην ΕΕ»(7) καθώς και «Το Έγγραφο κατευθύνσεων για τη θήρα βάσει της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών “ Οδηγία για τα Πτηνά”»(8).
 
Η ψυχαγωγική προσφορά της ίδιας της διαδικασίας της θήρας και οι ανάγκες που αυτή δημιουργεί αποτελούν ένα οικονομικό και κοινωνικό κίνητρο για την κατάλληλη διαχείριση του βιοτόπου και αυτή ακριβώς είναι και μια θεμελιώδης αρχή της διαχείριση μέσω της συνετής χρήσης (Conservation through Wise Use)(9).
 
Ο αριθμός των ειδών, των οποίων επιτρέπεται η θήρα, είναι περιορισμένος και περιλαμβάνεται στην οδηγία, όπου καθορίζεται και µία σειρά οικολογικών αρχών και νομικών υποχρεώσεων σχετικών µε την εν λόγω δραστηριότητα, τις οποίες τα κράτη µέλη οφείλουν να εφαρμόζουν µέσω της νομοθεσίας τους(8). Η αειφόρος θήρα μπορεί να αποβεί επωφελής σε ό,τι αφορά τη διατήρηση των ενδιαιτημάτων(8), ενώ αναπόσπαστο μέρος και βασικό ρόλο μέσα στο οικοσύστημα κατέχει ο άνθρωπος και οι διαφορετικοί πολιτισμοί του(6).
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ : Διαβούλευση του υπουργείου περιβάλλοντος που αφορά το κυνήγι

 
Σε αυτό το πλαίσιο στις 12 Οκτωβρίου του 2004 επήλθε συμφωνία μεταξύ της BirdLife International και της FACE σχετικά με την οδηγία 79/409/ΕΟΚ στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται πως και οι δύο οργανώσεις αναγνωρίζουν ότι η σωστή διαχείριση του κυνηγιού εντός των περιοχών NATURA 2000 μπορεί να συνεχιστεί ή να πραγματοποιηθεί εφόσον είναι συμβατή με τους στόχους διατήρησης του τόπου(10). Επίσης και οι δύο οργανώσεις συμφωνήσαν ότι είναι επιθυμητό να επιτευχθούν τοπικές, περιφερειακές ή εθνικές συμφωνίες για πρακτικές της θήρας των πτηνών, να καθιερωθεί εποικοδομητικός διάλογος μεταξύ των τοπικών φορέων και να επιτευχθεί μια ορθολογική αξιολόγηση των επιπτώσεων και των μέτρων που πρέπει να ληφθούν(10).
 
Η Σύμβαση της Βέρνης για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης υπογράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1979 και τέθηκε σε ισχύ τον Ιούνιο του 1982(11). Στην Ελλάδα ενσωματώθηκε και υιοθετήθηκε στο Εθνικό Δίκαιο με το Νόμο 1335/83(12).Ο κύριος στόχος της Σύμβασης της Βέρνης είναι η διατήρηση της άγριας πανίδας και των φυσικών οικοτόπων της(6). Οι κυνηγοί μπορούν να συμβάλουν στην εκπλήρωση αυτού του στόχου μέσω της ρύθμισης των πληθυσμών των θηραμάτων βελτιώνοντας τα ενδιαιτήματά τους, βοηθώντας στην παρακολούθηση και την έρευνα και αυξάνοντας την ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα διατήρησης(6). Έτσι, οι κυνηγοί και το κυνήγι παίζουν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της βιοποικιλότητας(6).
 
Το IUCN (Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης) μια από τις πλέον καταξιωμένες διεθνείς οργανώσεις που ιδρύθηκε το 1948 και δραστηριοποιείται σε όλο τον κόσμο, με αντικείμενο την προστασία των ειδών και των ενδιαιτημάτων τους, το οποίο εκδίδει τον Κόκκινο Κατάλογο των απειλούμενων ειδών του κόσμου, έχει κατ’ επανάληψη σημειώσει την σημασία του ρόλου του κυνηγιού στην διαχείριση των οικοσυστημάτων. Σύμφωνα με το IUCN το κυνήγι είναι μία μορφή χρήσης της άγριας ζωής που, όταν διαχειρίζεται σωστά, μπορεί να βοηθήσει στους διαχειριστικούς στόχους, δημιουργώντας έσοδα και οικονομικά κίνητρα για τη διαχείριση και διατήρηση των ειδών και των οικοτόπων τους, καθώς και την υποστήριξη των τοπικών κοινοτήτων(13).
 
Ο γενικός στόχος της στρατηγικής της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη, όπως ανανεώθηκε το 2000, είναι «να προσδιοριστούν και να αναπτυχθούν δράσεις που θα επιτρέψουν στην ΕΕ να επιτύχει συνεχή βελτίωση της ποιότητας ζωής τόσο για τις τρέχουσες όσο και για τις μελλοντικές γενιές, μέσω της δημιουργίας βιώσιμων κοινοτήτων που είναι σε θέση να διαχειρίζονται και να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τους φυσικούς πόρους, διασφαλίζοντας την ευημερία, την προστασία του περιβάλλοντος και την κοινωνική συνοχή» μεταξύ αυτών των δραστηριοτήτων περιλαμβάνεται και το κυνήγι(6).
 
Το κυνήγι είναι μια από τις παλαιότερες μορφές εκμετάλλευσης των ανανεώσιμων φυσικών πόρων και ήταν πάντα αναπόσπαστο μέρος των πολιτισμών και των παραδόσεων της ευρωπαϊκής αγροτικής κοινωνίας(6). Σήμερα, με τη θήρα ασχολούνται πάνω από 7 εκατομμύρια κυνηγοί στην Ευρώπη(6).
 
Οι ερευνητές που ασχολούνται με την διαχείριση της άγριας πανίδας έχουν καταλήξει ότι η κατάλληλη διαχείριση του βιοτόπου από τους κυνηγούς μπορεί να παράγει θηρεύσιμους πληθυσμούς, στους οποίους το αειφόρο μέγεθος, ανεξάρτητα της θήρας, να είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι σε μία μη διαχειριζόμενη και μη θηρεύσιμη κατάσταση(14).
 
Μια από τις σημαντικότερες ενέργειες που σε ετήσια βάση συμπεριλαμβάνουν οι κυνηγετικές οργανώσεις στο προγράμματά τους είναι η Βελτίωση Βιοτόπων(15). Από την βελτίωση του πληθυσμού των θηραματικών ειδών είτε μέσω της βελτίωσης των ενδιαιτημάτων τους είτε άμεσα με τις απελευθερώσεις και τους εμπλουτισμούς, ωφελούνται έμμεσα και οι φυσικοί τους εχθροί, οι οποίοι στηρίζονται διατροφικά σε αυτά τα είδη(2).
 
Η Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος μέσω των Κυνηγετικών Ομοσπονδιών και των Κυνηγετικών Συλλόγων, υλοποιεί σε ετήσια βάση το πρόγραμμα της Βελτίωσης Βιοτόπων, χρηματοδοτώντας έργα και δράσεις που υλοποιούν οι Κυνηγετικές Ομοσπονδίες σε όλη την επικράτεια(15). Σκοπός των έργων και των παρεμβάσεων στους βιότοπους είναι α) ο εντοπισμός και περιορισμός παραγόντων (π.χ. περιορισμένα διαθέσιμα τροφής, ελάχιστα αποθέματα νερού κ.α.) που δυσχεραίνουν τη διαβίωση και ανάπτυξη ενός θηραματικού πληθυσμού σ’ έναν βιότοπο, και β) η δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών, σ’ έναν βιότοπο, έτσι ώστε να μπορέσει να δεχτεί και να συντηρήσει έναν αριθμό απελευθερωμένων θηραμάτων(15). Οι πιο σημαντικές επεμβάσεις που υλοποιούνται είναι οι σπορές, η εγκατάσταση φυσικών φρακτών, η φύτευση καρποφόρων δέντρων, οι αναδασώσεις, η εγκατάσταση ποτίστρων, η καλλιέργεια πηγών και η εκτροφή και απελευθέρωση θηραμάτων(15).
 
Από τα ανωτέρω γίνεται κατανοητό πως η θήρα όχι μόνο άμεσα, αλλά και έμμεσα δίνει κίνητρο στους χρήστες να προβαίνουν σε διαχειριστικά μέτρα τόνωσης των ενδιαιτημάτων των ειδών, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης. Σε αυτό το γεγονός συνηγορεί και η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία όπου διατυπώνει την άποψη ότι θετικές επιπτώσεις από το κυνήγι μπορεί να προκύψουν έμμεσα από ενέργειες των Κυνηγετικών Ομοσπονδιών για την προστασία και φύλαξη των βιότοπων των πουλιών(16).
 
Η θήρα έχει κατ’ επανάληψη και εμπράκτως χρησιμοποιηθεί από το Υπουργείο Περιβάλλοντος ως διαχειριστικό εργαλείο. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε πως τα τελευταία χρόνια επαναλαμβανόμενα, εκδίδονται αποφάσεις όπου επιτρέπεται η δίωξη του αγριοκούνελου λόγω υπερπληθυσμού σε περιοχές της νήσου Λήµνου και της νήσου Θηρασίας(17), ενώ για πρώτη φορά φέτος υπογράφτηκε απόφαση για τη δίωξη ημίαιμων μη δεσποζόμενων χοίρων και αγριόχοιρων(18).
 
Συμπερασματικά, η θήρα αποτελεί διαχειριστικό μέσο εκμετάλλευσης ενός ανανεώσιμου φυσικού πόρου και ταυτόχρονα είναι ένα κίνητρο διαχείρισης και προστασίας των οικοτόπων των ειδών, θηρεύσιμων και μη ειδών(14).
 
Η αειφόρος κάρπωση είναι εκείνη η οποία διατηρεί μακροπρόθεσμα το θηραματικό κεφάλαιο (και την κάρπωση) σταθερό και δεδομένων των υπαρχόντων επιστημονικών στοιχείων, μπορεί και ελέγχεται σε σχέση με το πληθυσμιακό επίπεδο που μακροπρόθεσμα διατηρούν κάποια είδη, τα οποία αποτελούν αντικείμενο θήρας σε ολόκληρη τη Δυτική Παλαιαρκτική(14). Οι Βλάχος κ.α. (2018) αναφέρουν ότι με ασφάλεια μπορεί να ειπωθεί ότι το κυνήγι στην Ελλάδα, με τις υπάρχουσες ρυθμίσεις, ασκείται στο πλαίσιο των επιδιώξεων της διοίκησης, στο πλαίσιο δηλαδή της αειφόρου κάρπωσης(14).
 
Από τα ανωτέρω γίνεται κατανοητό πως το κυνήγι δεν αποτελεί μόνο ένα εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης, αλλά θεωρείται από όλους τους φορείς και οργανισμούς που ασχολούνται με τη διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος ως ένα «απαραίτητο» διαχειριστικό εργαλείο.
 
Σήμερα οι φορείς που ασχολούνται με τη διαχείριση της άγριας πανίδας αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότερο αντιφατικές θέσεις και στάσεις, τις οποίες εκφράζουν διαφορετικές ομάδες, σε σχέση με τις ενέργειες που έχουν αναληφθεί. Περιστασιακά η κοινή γνώμη μπορεί να βασίζεται σε λανθασμένες πληροφορίες και, ως εκ τούτου, οι φορείς που ασχολούνται με την διαχείριση άγριων ζώων θα πρέπει να επικοινωνούν αποτελεσματικά με το κοινό.
 
Με την ανωτέρω στήριξη η Δ’ Κυνηγετική Ομοσπονδία Στερεάς Ελλάδος θεωρεί ότι η θήρα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα “εργαλεία περιβαλλοντικής διαχείρισης”.Βιβλιογραφία1. Παπαγεωργίου, Ν. 1995. Οικολογία και Διαχείριση Άγριας Πανίδας. University Studio Press. Θεσσαλονίκη
 
2. Μπακαλούδης, Δ & Βλάχος, Χ. 2009. Διαχείριση Άγριας Πανίδας: Θεωρία και Εφαρμογές. Εκδόσεις Τζιόλα. Θεσσαλονίκη.
3. Βλάχος Χρ., κ.α., Η επίδραση της θήρας στους πληθυσμούς των θηρευσίμων και μη ειδών, ο έλεγχος της λαθροθηρίας και η διάρκεια των περιόδων θήρας. Αθήνα – Μάιος 2018.
6. Brainerd, Scott M. European charter on hunting and biodiversity. Council of Europe Publishing, 2008.
7. European Commission (2008). – Key Concepts of Article 7(4) of Directive 79/409/EEC. Period of reproduction and prenuptial migration of Annex II Bird Species in the 27 EU Member States.
8. European Commission – 2008 – Guidance document on hunting under Council Directive 79/409/EEC on the conservation of wild birds” “The Birds Directive”.
9. Potts G. R. 1992 – The environmental and ecological importance of cereal fields, the Ecology of Temperate Cereal Fields, 3-21. Blackwell, Oxford
10. AGREEMENT between BirdLife International and FACE on Directive 79/409/EEC
11. Council of Europe, 1979. Convention on the Conservation of European Wildlife and Natural Heritage. Bern, Switzerland
12. Σύμβαση της Βέρνης Ν.1335 (ΦΕΚ 32/Α/83)
13. IUCN, SSC. «IUCN SSC Guiding principles on trophy hunting as a tool for creating conservation incentives.» Ver 1 (2012): 1-11.
14. Βλάχος Χρ., κ.α., Η επίδραση της θήρας στους πληθυσμούς των θηρευσίμων και μη ειδών, ο έλεγχος της λαθροθηρίας και η διάρκεια των περιόδων θήρας. Αθήνα – Μάιος 2018.
16. Ε.Ο.Ε., Μάιος 2010, Θέσεις της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας για το κυνήγι
17. ΑΔΑ: 6ΤΘΡ4653Π8-ΘΚΩ, 45ΟΟ0-Η3Β
18. Υ.Α. 168588/1391/8-8-2018 (ΦΕΚ 3418/Β/2018)
About the Author
Εικόνα admin

admin